• untitled

    Πώς αντέδρασαν οι μαθητές όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος του ’40;

    Οι δάσκαλοι που πανηγύριζαν επειδή θα πάνε στον πόλεμο και η μητέρα που έστειλε 4 παιδιά στο μέτωπο. «Δεν βρέθηκε μια μάνα να πει: πού πάνε τα παιδιά μας»

    Την 28η Οκτωβρίου 1940 τη γνωρίζουμε κατά κύριο λόγο μέσα από βαρετά σχολικά βιβλία, ανούσιες εορτές, άχρωμα κυβερνητικά έγγραφα και επιτηδευμένα κείμενα. Έτσι όμως η ιστορία δεν εντυπώνεται στη μνήμη και δεν χαράσσεται στην καρδιά.

    Αναζητήσαμε λοιπόν τους μαθητές εκείνης της περιόδου οι οποίοι μας μίλησαν για μια… πραγματική γιορτή.

    Επαμεινώνδας Σπηλιωτόπουλος.

    Στις 28 Οκτωβρίου το πρωί σήμαναν οι σειρήνες. Κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει. Φόρεσα τη στολή της ΕΟΝ και πήγα στη Λέσχη των Σκαπανέων στη λεωφόρο Κηφισίας. Εκεί ακούσαμε από το ραδιόφωνο την κήρυξη του πολέμου. Συγκεντρωθήκαμε μερικοί και κατεβήκαμε στο κέντρο της Αθήνας όπου ήδη διαδήλωναν χιλιάδες άνθρωποι. Επιτεθήκαμε και καταστρέψαμε τα γραφεία της ιταλικής αεροπορικής εταιρείας Αl Litoria. Ακόμη έχω ένα μπλοκ εισιτηρίων ως ενθύμιο. Μετά συγκεντρωθήκαμε χιλιάδες κόσμος στην οδό Σταδίου. Από κάποιο μπαλκόνι βγήκε και μας μίλησε ο Μεταξάς. Τραγουδούσαμε εμβατήρια και ζητωκραυγάζαμε συνεχώς. Έκλεισε ο λαιμός μου για μια εβδομάδα.

    Ο ακαδημαϊκός Επαμεινώνδας Σπηλιωτόπουλος. Συμμετείχε στις πανηγυρικές εκδηλώσεις που ξέσπασαν στην Αθήνα με την κήρυξη του πολέμου.

    Δημήτριος Μπίκος.
    Θυμάμαι πάρα πολύ καλά εκείνη την ημέρα. Ήμουν μαθητής στη β΄ τάξη του Γυμνασίου στην Κυπαρισσία.
    Οι καθηγητές μας ενημέρωσαν για την κήρυξη του πολέμου και μας έδιωξαν από το σχολείο. Στον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι μου έβλεπα έκδηλη τη χαρά στα πρόσωπα των ανθρώπων που πήγαιναν να πολεμήσουν. Μου έκανε φοβερή εντύπωση. Δεν βρέθηκε μια μάνα να πει: «πού πάνε τα παιδιά μας;» όπως συμβαίνει τώρα.

    Δημήτριος Παπαδόπουλος.
    Ο πόλεμος με βρήκε μαθητή Γυμνασίου στο χωριό Τοξότες Ξάνθης. Ο πατέρας μου Νικόλαος ήταν πρόεδρος της κοινότητας. Διαθέταμε ένα κοινοτικό ραδιόφωνο, το οποίο ήταν τοποθετημένο σε ένα εστιατόριο. Απ’ εκεί συνδεόταν με μεγάφωνο στην πλατεία του χωριού. Απ’ εκείνο το ραδιόφωνο μάθαμε για τον πόλεμο. Εγώ και οι συμμαθητές μου, ως νέοι τότε, διακατεχόμεθα από μια θετική σκέψη. Πιστεύαμε ότι θα νικήσουμε.

    Στάθης Τουρνάκης.
    Το 1940 κατοικούσα στην πλατεία Αμερικής στην οδό Αγίου Μελετίου και Δροσοπούλου. Ήμουν μαθητής στην δ΄ τάξη του Γυμνασίου.
    Η 28η Οκτωβρίου ήταν πάρα πολύ μεγάλη ημέρα για εμένα. Πήρα πολύ χαρά εκείνη την ημέρα. Επρόκειτο να γράψουμε διαγώνισμα Λατινικών και είχα μεγάλη αγωνία καθώς δεν είχα διαβάσει τίποτα. Κατά τις 07.00 το πρωί ακούστηκαν οι σειρήνες.
    Σχεδόν ταυτόχρονα μια λέξη κυριάρχησε στον αέρα: «πόλεμος».
    Πήγαμε στο σχολείο και μας έδιωξαν. Το γλίτωσα το διαγώνισμα.
    Αρχίσαμε να τρέχουμε στη λεωφόρο Αλεξάνδρας ανεμίζοντας σημαίες.
    Όλος ο κόσμος ήταν χαρούμενος λες και γινόταν γιορτή και όχι πόλεμος. Δεν ξέρω πως το είχαμε πάρει, αλλά υπήρχε μια βεβαιότητα για τη νίκη.

    Ιωάννης Αντωνακέας.
    Το καλοκαίρι του 1940 έδινα εξετάσεις για να προβιβαστώ από την γ΄ τάξη του Γυμνασίου στην δ”.
    Θυμάμαι ότι γράφαμε ένα διαγώνισμα και κάποια στιγμή ο επιβλέπων καθηγητής μας είπε: «Σήμερα εσείς γράφετε διαγώνισμα. Για κοιτάξτε αύριο τι κάνω εγώ;».
    Μας έδειξε μια ταυτότητα στη φωτογραφία της οποίας φορούσε τη στολή του έφεδρου ανθυπολοχαγού.
    «Θα παρουσιαστώ στον στρατό αύριο!» μας είπε με υπερηφάνεια και χαρά.
    Του είχε σταλεί ατομική πρόσκληση. Είχαμε ακούσει ότι καλούντο κλάσεις εφέδρων με ατομικές προσκλήσεις και αυτό το γεγονός επιβεβαίωνε τις φήμες και ενίσχυε την πεποίθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά… Την θυμάμαι την ημέρα εκείνη.
    Εκείνη την εποχή τα σχολεία λειτουργούσαν και τα Σάββατα μέχρι το μεσημέρι. Το Σάββατο 26 Οκτωβρίου όμως δεν είχαμε μάθημα λόγω της εορτής της σημαίας.

    Έτσι είχαμε αργία από την Παρασκευή το απόγευμα μέχρι τη Δευτέρα το πρωί. Εγώ είχα παραμελήσει τα μαθήματά μου μέχρι την τελευταία στιγμή με αποτέλεσμα να ξυπνήσω την Δευτέρα 28 Οκτωβρίου στις 06.00 για να γράψω τις ασκήσεις των αρχαίων ελληνικών.

    Την στιγμή που έγραφα, πρέπει να ήταν λίγο πριν τις 07.00, ακούστηκαν οι σειρήνες. Εν τω μεταξύ, ξύπνησαν και οι δικοί μου. Ανοίξαμε αμέσως το ραδιόφωνο, όμως το πρόγραμμα δεν είχε αρχίσει ακόμη. Ο πατέρας μου είπε: «Δεν πας κάτω να δεις τι συμβαίνει;». Το σπίτι μας τότε ήταν σε μια δεύτερη παράλληλη οδό με τη Πατησίων. Στον δρόμο συνάντησα έναν άνθρωπο και τον ρώτησα τι συμβαίνει. «Πόλεμος» μου λέει. «Τι πόλεμος;» ξαναρωτώ. Τότε με μεγάλη δόση υπερβολής μου είπε: «Η Ελλάδα, η Τουρκία και η Σερβία κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία και την Ιταλία». Φθάνοντας στην Πατησίων είδα κόσμο συγκεντρωμένο σε ένα καφενείο. Πλησίασα και είδα να διαβάζουν μια προκήρυξη γενικής επιστράτευσης, η οποία ήταν κολλημένη έξω από το καφενείο.

    Επέστρεψα σπίτι για να ενημερώσω τους γονείς μου….

    Ο πατέρας μου ήταν ενθουσιασμένος. Ευελπιστούσε ότι θα τον καλούσαν στον στρατό. Δεν κλήθηκε όμως, καθώς ήταν σχετικά μεγάλος σε ηλικία. Εκείνη την ημέρα εγώ δεν πήγα σχολείο. Οι συμμαθητές μου όμως που πήγαν, μου διηγήθηκαν τι έγινε. Συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο και ένας καθηγητής τους ανακοίνωσε ότι τα σχολεία θα παρέμεναν κλειστά μέχρι νεωτέρας διαταγής. Εγώ κατέβηκα στην Ομόνοια και από εκεί κατευθύνθηκα στο Σύνταγμα. Πέρασα και από τα γραφεία της Αl Litoria. Οργισμένοι πολίτες είχαν σπάσει τις τζαμαρίες και είχαν πετάξει τα έπιπλα από τα παράθυρα. Το κέντρο της πόλης δονείτο από διαδηλώσεις υπέρ του πολέμου. Ακούγονταν πολλά συνθήματα, εκείνο όμως που μου αποτυπώθηκε στο μυαλό ήταν το παράδοξο σύνθημα: «Ζήτω ο πόλεμος».

    Ελένη Φραγκιά.
    Πριν τον πόλεμο ήμουν υπεύθυνη του 4ου τομέως της ΕΟΝ στην Καστέλα. Μας είχαν δώσει ένα γράμμα με την εντολή να μην το ανοίξουμε παρά μόνο σε περίπτωση πολέμου. Όταν χτύπησαν οι σειρήνες η μάνα μου ένιωσε το σαγόνι της να χτυπά ασυναίσθητα από την αγωνία. Ο αδελφός μου, ο οποίος ήταν επίσης στην ΕΟΝ, θυμήθηκε το γράμμα. Το άνοιξε και έφυγε αμέσως, αφήνοντας τη μάνα μας να χτυπιέται.
    Το δικό μου γράμμα ανέφερε πως έπρεπε να παρουσιαστώ στο β΄ Γραφείο Αρρένων για αντικατάσταση προσωπικού. Βγήκα στον δρόμο. Ο κόσμος ήταν πολύ ανήσυχος. Τότε έγινα μάρτυρας ενός αξέχαστου περιστατικού. Μια μάνα είχε τέσσερα παλικάρια. Είχαν κληθεί όλα στον στρατό.
    Ένα ένα έβγαινε από την εξώπορτα. Εκείνη τα σταύρωνε από το μπαλκόνι, μάζευε τα δάκρυά της και έμπαινε πάλι μέσα να ετοιμάσει το επόμενο.

    Στρατεύσιμοι αναχωρούν για το μέτωπο. Τους αποχαιρετούν οι οικείοι τους, μεταξύ αυτών και πολλά μικρά παιδιά.

     

    Γιαννόπουλος.
    Πρωί πρωί της 28ης Οκτωβρίου στις 06.00 μας ξύπνησαν οι σειρήνες. Επρόκειτο για πολεμικές σειρήνες συναγερμού με τον συνθηματικό ήχο: «Όλοι στα καταφύγια». Όταν η σειρήνα χτυπούσε για τα καταφύγια έκανε χαρακτηριστικό ήχο, σε σχέση με εκείνον που ανήγγειλε το πέρας του κινδύνου.

    Εμείς όμως αντί για τα καταφύγια ξεχυθήκαμε στους δρόμους να δούμε τι συμβαίνει. Μάθαμε από αστυνομικούς, που περιφέρονταν με ποδήλατα, ότι η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο και πως ιταλικά στρατεύματα επιτίθονταν στην Πίνδο. Ταυτόχρονα το ραδιόφωνο άρχισε να μεταδίδει τις ειδήσεις και να κυκλοφορούν ορισμένα έκτακτα φύλλα εφημερίδων.

    Ο κόσμος, παρ’ όλες τις παραινέσεις και τις νουθεσίες των αστυνομικών και κάποιων παλαιών στρατιωτικών, δεν πήγαινε στα καταφύγια. Άλλωστε δεν υπήρχαν και καταφύγια. Δεν πήγαινε καν στα σπίτια του.

    Ήταν ένα παραλήρημα ενθουσιασμού, ένα πανηγύρι μπορώ να πω. Εκείνη την ημέρα γλεντήσαμε όλοι. Χορεύαμε στους δρόμους. Δεν είχες την αίσθηση ότι είχε ξεσπάσει πόλεμος. Νόμιζες ότι συμμετείχες σε ένα μεγάλο πανηγύρι. Τόσο ριζωμένη είχαμε μέσα στην ψυχή μας την εθνική συνείδηση. Ο πόλεμος του 1940 για εμάς ήταν μια μεγάλη γιορτή.

    Μια ώρα περίπου αργότερα εμφανίστηκε ένα σμήνος ιταλικών αεροπλάνων πάνω από την πρωτεύουσα, σε πολύ μεγάλο ύψος όμως. Άρχισαν τα αντιαεροπορικά να βαράνε από κάτω. Εκεί τότε έγινε ο μεγάλος πανζουρλισμός, πραγματικό γλέντι. Αντί να τρέξουμε στα καταφύγια, ανεβήκαμε στις ταράτσες για να παρακολουθήσουμε τη μονομαχία αντιαεροπορικών-αεροπλάνων. Αψηφούσαμε τα θραύσματα από τα αντιαεροπορικά βλήματα που έσκαγαν στον αέρα και τον κίνδυνο από πιθανό ιταλικό βομβαρδισμό… Εμείς την 28η Οκτωβρίου δεν κρυφθήκαμε, δεν τρέξαμε στα μπακάλικα να τα αδειάσουμε. Που να συγκρίνω εκείνη την ημέρα με το Κυπριακό, το 1974, που έτρεξαν όλοι στα super market και δεν άφησαν ούτε τους ποντικούς από τις αποθήκες.

    Συνεντεύξεις:
    Νίκος Γιαννόπουλος, ιστορικός

     

    Πηγή: mixanitouxronou.gr

  • gold-coins-201

    Η ιστορία του ελληνικού χρέους και…η εξάρτηση της από τον εξωτερικό δανεισμό!

    Μπορεί το χρόνιο οικονομικό μας πρόβλημα να είναι πρωτίστως πολιτικό επειδή γεννήθηκε και μεγάλωσε στο πλαίσιο ενός πελατειακού συστήματος και ενός στρεβλού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης. Είναι, ωστόσο, λάθος να παραγνωρίζεται το κληρονομικό βάρος του νέου ελληνικού κράτους. Μια σύντομη ιστορική αναδρομή δείχνει τη «γενετική αδυναμία» ενός κράτους το οποίο δεν έζησε ούτε μιαν ώρα ζωής ελεύθερης από δανειακές υποχρεώσεις προς τους ξένους.

    Τα πρώτα δάνεια από ξένους ιδιώτες συνήφθησαν όσο η Ελλάδα ήταν στο βιολογικό στάδιο της σύλληψης, το 1824 και το 1825. Η επαναστατική κυβέρνηση υπέγραψε ομόλογα συνολικού ύψους 2,8 εκ. στερλινών, ονομαστικής αξίας έκαστον 100 στερλινών αλλά πραγματικής 59 στερλινών για το δάνειο του 1824 και 55,5 στερλινών για εκείνο της επόμενης χρονιάς. Και παρά ταύτα, όχι μόνον δεν εισέπραξε τα συμφωνηθέντα 1,572 εκατ. στερλίνες, αλλά μόνον το ένα τρίτο εξ αυτών, ήτοι 540.000 στερλίνες. Τα «ρέστα» παρακρατήθηκαν από τους Βρετανούς τραπεζίτες, τους Έλληνες και ξένους διαμεσολαβητές και κυρίως τους διαχειριστές του δανείου (Δερτιλής 2006, 117). Τα περιβόητα «δάνεια της ανεξαρτησίας» δεν μπόρεσαν να εξυπηρετηθούν από μια επαναστατική κυβέρνηση που ούτε επαρκή έσοδα είχε, ούτε και μπορούσε να θέσει ως προτεραιότητα την εξόφληση των δανειακών της υποχρεώσεων έναντι της πολεμικής προσπάθειας, ακόμα και αν ήθελε. Έτσι, δύο χρόνια αργότερα κήρυξε παύση πληρωμών. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι στη συμμετοχή των τριών προστάτιδων δυνάμεων στη ναυμαχία του Ναβαρίνου τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, βάρυνε και η ανησυχία των δανειστών για την επιβίωση των οφειλετών.

    Ευτυχώς, την ίδια χρονιά στην Τροιζήνα εξέλεξαν τον Καποδίστρια ο οποίος, εκτός από κράτος, προσπάθησε να φτιάξει και τα δημόσια οικονομικά αναζητώντας ήδη από το 1830 ένα νέο δάνειο. Αδυνατώντας να ανανεώσει την εξυπηρέτηση των δανείων της ανεξαρτησίας, αναζήτησε εγγυήσεις εκεί που μπορούσε, δηλ. στις τρεις προστάτιδες δυνάμεις. Δυστυχώς, πριν προλάβει να κλείσει την συμφωνία για νέο δάνειο, δολοφονήθηκε το 1831. Με την συνθήκη του Λονδίνου της 7/5/1832, πήραμε το δάνειο των 60 εκατ. φράγκων, αλλά μαζί με αυτό αποκτήσαμε και τον νεαρό Όθωνα ο οποίος πριν καλά-καλά αποβιβαστεί στο Ναύπλιο συμφώνησε ότι προηγούνται οι αποπληρωμές των χρεολυσίων έναντι οποιασδήποτε άλλης κρατικής δαπάνης (Ανδρεάδης 1904, 82). Αυτά ήταν τα καλά νέα! Τα χειρότερα ήταν ότι από τα 60 εκ. φράγκα, στην Ελλάδα έφτασαν μόνον τα 27 εκατ. Οι δανειστές μας όχι μόνον παρακράτησαν έναντι προηγούμενων οφειλών 2 εκατ., όχι μόνον πήραν προμήθεια άλλα τόσα, αλλά υποχρεωθήκαμε να πληρώσουμε 11 εκατ. στο Σουλτάνο για την αγορά της Φθιώτιδας, της Φωκίδας και της Εύβοιας που είχαμε ήδη απελευθερώσει δια των όπλων! Και σαν μην έφταναν όλα αυτά, στους όρους του δανείου προβλέπονταν μια σειρά «ανωφελών δαπανών» όπως τις χαρακτήρισε ο Ανδρέας Ανδρεάδης που αφορούσαν στα έξοδα της Αντιβασιλείας και σε μισθούς στρατιωτικών, κυρίως Βαυαρών (5.142 εκ των 8.205 ανδρών του νεοσύστατου Ελληνικού Στρατού). Εν κατακλείδι, από τα 60 εκατ. στα ταμεία του κράτους, υπέρ των ελληνικών κρατικών δαπανών εκταμιεύτηκαν μόνον 2,7 εκατ. φράγκα.

    Με τα ελάχιστα δημόσια έσοδα της από την φορολόγηση της αγροτικής παραγωγής, η Ελλάδα εξυπηρέτησε το δάνειο αυτό κακήν κακώς μέχρι τον Μάιο του 1843, οπότε ο Όθων ανέστειλε οριστικά τις πληρωμές τόκων και χρεολυσίων. Η Ελλάδα θα βρεθεί εκτός αγορών για τριανταπέντε χρόνια μετά την πτώχευση του ’43. Μπορεί μεν οι ιδιώτες ομολογιούχοι να εξοφλήθηκαν στο άρτιο από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, αυτές όμως προσπάθησαν με κάθε μέσο πολιτικού πειθαναγκασμού να εξασφαλίσουν την αποπληρωμή τους (Δερτιλής 2006, 128). Στις αέναες διαπραγματεύσεις που περιγράφει λεπτομερώς ο Ανδρεάδης (1904, 92 κ.ε.) η ελληνική πλευρά συζητούσε μόνο για το δάνειο του 1832 και οι δανειστές αποφάσισαν να πιέσουν δραστικά εκμεταλλευόμενοι το «λάθος» του Όθωνα να συνδράμει στρατιωτικά τους Ρώσους στην διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου 1854-56. Οι Αγγλο-γάλλοι κατέλαβαν τον Πειραιά για τρία χρόνια, δηλ. και μετά την λήξη του πολέμου, δικαιολογώντας την κατοχή του με βάση τους όρους του δανείου που προέβλεπε την κατά προτεραιότητα είσπραξη των τελωνειακών εσόδων έναντι των οφειλών (Δερτιλής 2006, 294).

    Η επιτροπή εκείνης της τρόικας εγκαταστάθηκε εν Αθήναις επί τριετίαν ώστε «να μελετήση την οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος και να ορίση το ποσόν όπερ το Ελληνικόν κράτος ηδύνατο να πληρώση». Οι εκπρόσωποι των τριών Δυνάμεων αποφανθήκαν ότι «η Ελλάς καλώς διοικούμενη θα ήτο εις θέσιν να τηρήση όλας τα υποχρεώσεις αυτής» (βλ. Ανδρεάδης 1904, 96-7). Έτσι, ο μοχλός των δανείων χρησιμοποιήθηκε και για την επιβολή της Δυναστείας του Γεωργίου του Α’ σε αντικατάσταση του όχι καλώς διοικούντα Βαυαρού ηγεμόνα. Ενόσω η Ελλάδα παρέμενε εκτός αγορών, οι Βρετανοί επέβαλαν τον εξάδελφο της Βικτωρίας προικίζοντάς τον εκτός από τα Επτάνησα και με μια βασιλική χορηγία 300.000 φράγκων, κουρεύοντας ισόποσα το ελληνικό χρέος.

    Το τέταρτο εξωτερικό δάνειο συνάφθηκε το 1879, οπότε και η Ελλάδα ήρθε σε συμβιβασμό με τους δανειστές της, παλαιούς και νέους, αφού ο καγκελάριος Βίσμαρκ απείλησε να μπλοκάρει την συνθήκη προσάρτησης της Θεσσαλίας αν δεν εξοφλούντο άμεσα οι Βαυαροί κληρονόμοι (Ανδρεάδης 1904, 111). Ο οδυνηρός συμβιβασμός περιέλαβε όχι μόνο τους «θεσμικούς επενδυτές» του 1832, αλλά και τους ιδιώτες ομολογιούχους των δανείων της ανεξαρτησίας που αγόρασαν στην δευτερογενή αγορά μέχρι και 5 δρχ. ένα ομόλογο ονομαστικής αξίας 100. Όπως αναφέρει ο Δερτιλής (2006, 324), κάποιοι Ολλανδοί ομολογιούχοι εξοφλήθηκαν το 1930, «105 χρόνια μετά την διασπάθιση των δανείων του 1824-1845».

    Ωστόσο, το άνοιγμα των αγορών έφερε μέσα στα επόμενα 14 χρόνια τον επταπλασιασμό του δημοσίου χρέους. Η παρεμβατική πολιτική Τρικούπη με τα τεράστια δημόσια έργα (οδικό δίκτυο, σιδηρόδρομοι, λιμάνια, αποξηραντικά έργα, Ισθμός Κορίνθου) εκτίναξε τον εξωτερικό αλλά και τον εσωτερικό δανεισμό, παρά την ραγδαία φορολογική επιβάρυνση των κατοίκων των πόλεων με έμμεσους φόρους. Το δάνειο των 60 εκατ. φράγκων του 1879, ακολούθησε νέο δάνειο 120 εκατ. φράγκων το 1881, και τρίτο 100 εκατ. φράγκων το 1884, και τέταρτο 135 εκατ. φράγκων το 1887 και ούτω καθ’εξής. Συνολικά από το 1879 έως το 1893, η Ελλάδα δανείστηκε σχεδόν 640 εκατ. γαλλικά φράγκα ενώ κατέβαλε για τόκους, χρεολύσια και μεσιτικά περίπου 536! Μόνο το 6% των δανείων χρησιμοποιήθηκε για παραγωγικές επενδύσεις. Το πασίγνωστο «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» ειπώθηκε όταν πλέον τα τοκοχρεολύσια έφτασαν να απορροφούν το 50% των δημοσίων εσόδων. Αυτή την φορά, εντούτοις, οι δανειστές μας αντέδρασαν πιο δημιουργικά. Δεν είχαμε ούτε αλλαγή βασιλέα, ούτε κανονιοφόρους στον Πειραιά, παρά μόνον το εθνικό δράμα της ήττας του 1897. Ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος επέβαλλε το 1898 στην Ελλάδα νομισματική και δημοσιονομική πειθαρχία που οδήγησε σε πτώση των τιμών και εκσυγχρονισμό του νομισματικού συστήματος, αφήνοντας στην ελληνική κυβέρνηση την ευχέρεια να αλλάξει μόνη της το φορολογικό σύστημα.

    Το ότι η φορολογική μεταρρύθμιση παρέμεινε ζητούμενο αποτελεί ένα μόνιμο πρόβλημα, ασφαλώς συγγενές με αυτό του δημόσιου χρέους. Αλλά ούτε καν ο εκσυγχρονισμός του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν επιτεύχθηκε άμεσα. Ιδιωτικές τράπεζες, όπως η Κωνσταντινουπόλεως του Συγγρού και του Σκουλούδη και η νεοσύστατη Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας του Συγγρού, συνέχιζαν να διαχειρίζονται κατ’ αποκλειστικότητα τις πληρωμές των τοκοχρεολυσίων της Ελλάδας προς τους δανειστές και να εισπράττουν προμήθεια επί των συναλλαγών. Για να υπάρξει κρατικός έλεγχος του τραπεζικού συστήματος χρειάστηκε να περιμένουμε άλλα τριάντα χρόνια.

    Παρόντος του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, η Ελλάδα έμεινε στις διεθνείς αγορές παρά την πτώχευση του 1893 και συνέχισε να δανείζεται μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους επιπλέον 376 εκατ. γαλλικά φράγκα. Η πολεμική προσπάθεια και οι εξοπλισμοί εκτίναξαν το δημόσιο χρέος. Κατά την περίοδο 1893-1912 οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους και οι στρατιωτικές δαπάνες ξεπερνούσαν το 65% του κρατικού προϋπολογισμού. Τα δέκα χρόνια πολέμου που ακολούθησαν μέχρι το τραγικό 1922, οδήγησαν την δημοσιονομική κατάσταση της χώρας σε πλήρες αδιέξοδο. Η εθνική προσπάθεια έφερε το 1914 το μεγαλύτερο εξωτερικό δάνειο της (ως τότε) ελληνικής ιστορίας, 500 εκ. γαλλικών φράγκων, χάρη στις διεθνείς επαφές του Βενιζέλου αλλά και με την διαμεσολάβηση της ιδιωτικής Εθνικής Τράπεζας, δάνειο που λόγω του Παγκοσμίου Πολέμου δεν εκταμιεύτηκε πλήρως.

    Μετά την λήξη του πολέμου, οι σύμμαχοι άνοιξαν μια πιστοληπτική γραμμή στην Ελλάδα συνολικού ύψους 850 εκ. δρχ. ως κάλυμμα για την νομισματική επέκταση που είχε ανάγκη. Νέες πιστώσεις 100 εκ. φράγκων ήρθαν να ανταμείψουν τη νέα συμμετοχή ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Ουκρανία το 1919, άλλο αν δαπανήθηκαν στην Μικρασιατική Εκστρατεία. Η αλλαγή στάσης των Συμμάχων άφησε προσωρινά εκτός αγορών την Ελλάδα στην χρηματοδότηση της Εκστρατείας η οποία στηρίχτηκε αποκλειστικά στη συνεχή διόγκωση της νομισματικής κυκλοφορίας (από 159 εκατ. δρχ. το 1911 σε 4,7 δισ. το 1923). Ελλείψει εξωτερικού δανεισμού οδηγηθήκαμε το Μάρτιο του 1922 στο διαβόητο αναγκαστικό δάνειο του Πρωτοπαπαδάκη ύψους 1,6 δισ. με διχοτόμηση των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων! Παράλληλα, αποφασίστηκε η γενναία υποτίμηση της δραχμής έναντι της αγγλικής λίρας (από 24 σε 166 δρχ.), εκτινάσσοντας τον πληθωρισμό.

    Μέχρι το 1928, η Εθνική Τράπεζα επιτελούσε και τις λειτουργίες της κεντρικής τράπεζας: Εξέδιδε νόμισμα, δάνειζε το κράτος όταν χρειαζόταν να καλύψει τις πολλές έκτακτες ανάγκες του και, έναντι αυτών, συνέλεγε τις καταθέσεις των δημόσιων οργανισμών. Συχνότατα, όμως, το κράτος κατέφευγε στον εσωτερικό δανεισμό. Έτσι, το 1926 η δικτατορία Πάγκαλου ζήτησε και έλαβε καινούργιο δάνειο με νέα μείωση της αξίας της δραχμής κατά 33%. Στις αρχές του 1927, η «οικουμενική κυβέρνηση» Kαφαντάρη επεδίωξε την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού και την σταθεροποίηση του εθνικού νομίσματος υιοθετώντας τον κανόνα συναλλάγματος-χρυσού, συνδέοντας την δραχμή με την λίρα στερλίνα, ώστε να προσελκύσει νέα κεφαλαία από το εξωτερικό. Η Κοινωνία των Εθνών απαίτησε τότε από την ελληνική κυβέρνηση ως όρο για νέο δανεισμό την ίδρυση Κεντρικής Τράπεζας και τον έλεγχο του δημόσιου χρέους.

    Η ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος το Μάιο του 1928, παρ’όλο που σαφώς εξυπηρετούσε τις εθνικές ανάγκες ελέγχου της τραπεζικής πίστης, επιβλήθηκε από τους δανειστές ως όρος ώστε να επανασυνδεθεί η Ελλάδα με τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Οι συνέπειες της κρίσης του 1929, αν και περιορισμένες, έφεραν πολλά προβλήματα στην εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους λόγω της κατάρρευσης του διεθνούς νομισματικού συστήματος. Τα βάρη του χρέους αντιπροσώπευαν 40,7% των δημοσίων δαπανών το 1929. Ο Βενιζέλος αναζήτησε μάταια νέους δανειστές τους τρεις πρώτους μήνες του 1932, το χρέος διογκώνονταν λόγω της σύνδεσής του με τον κανόνα του χρυσού ώσπου την Πρωτομαγιά αναγκάστηκε να κηρύξει χρεοστάσιο. Το ελληνικό κράτος πτώχευσε επίσημα για τέταρτη φορά στα εκατό πρώτα χρόνια της ζωής του.

    Στην δεκαετία του 1940 η Ελλάδα είχε πολύ πιο δραματικά προβλήματα να αντιμετωπίσει από το ύψος του δημοσίου χρέους. Εξάλλου, ο υπερπληθωρισμός του 1944-45 είχε και μια απροσδόκητη θετική συνέπεια αφού εκμηδένισε το εσωτερικό χρέος. Η σταθεροποίηση της οικονομίας και η αποκατάσταση των δημοσίων εσόδων επιτεύχθηκε με πολλαπλές νομισματικές μεταρρυθμίσεις και χάρη στην αμερικανική βοήθεια. Η οριστική αποκατάσταση της νομισματικής σταθερότητας ήλθε χάρη στην ραγδαία υποτίμηση της δραχμής κατά 100% από την κυβέρνηση Παπάγου τον Απρίλιο του 1953 και την σταθεροποίηση της ισοτιμίας δραχμής/δολαρίου για δύο δεκαετίες. Τα χρόνια της λεγόμενης «οκταετίας Καραμανλή» 1955-1963, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με πρωτοφανείς ρυθμούς, που το 1961 φτάνουν το ασύλληπτο 13%. Χωρίς καμία υπερβολή, η περίοδος 1953 -1981 είναι η μόνη κατά την οποία η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα υπέρογκου δημοσίου χρέους το οποίο κυμαίνεται σε επίπεδα κάτω από 40% του ΑΕΠ.

    Τα μικρά δημόσια ελλείμματα που κληρονομήθηκαν από την δικτατορία και την δεύτερη οκταετία Καραμανλή αυξήθηκαν ουσιαστικά μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ το 1981 πάνω από το 10%. Το πελατειακό σύστημα στην Ελλάδα έδωσε τη δυνατότητα στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις να κτίσουν ένα κράτος άδικο και αναποτελεσματικό, ωφέλιμο σε όσους πολίτες είχαν πρόσβαση στην κατανομή της όποιας εξουσίας, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο.

    Μετά το 1981, το πελατειακό κράτος απλώς «κοινωνικοποιήθηκε» επιδιώκοντας την ικανοποίηση όλων των αντιφατικών κοινωνικών συμφερόντων των «μη-προνομιούχων», μέσα από την επέκταση του κράτους, τις κοινοτικές επιδοτήσεις αλλά και τον δημόσιο δανεισμό (Καζάκος 2001, 355). Έτσι, το δημόσιο χρέος από 20% του ΑΕΠ το 1974, κυμάνθηκε κατά μέσο όρο στο 48% στην περίοδο των κυβερνήσεων Παπανδρέου (1982-1989), έφτασε στο 90% κατά την περίοδο Μητσοτάκη (1990-1993), ανέβηκε στο 109% επί πρωθυπουργίας Παπανδρέου (1994-96), για να υποχωρήσει προσωρινά στο 99% το 2001 επί Σημίτη λόγω εισόδου στην ΟΝΕ και να ξανανέβει στο 112% το 2004 (Γιαννίτσης 2005, 82). Όπως όλοι θυμόμαστε οι δύο κυβερνήσεις Καραμανλή εκτόξευσαν το δημόσιο χρέος στο 129% του ΑΕΠ το 2009. Μπορεί η υπογραφή του πρώτου Μνημονίου χρηματοδότησης το Μάιο του 2010 να απέτρεψε επίσημα την πέμπτη πτώχευση του ελληνικού κράτους, ωστόσο το δημόσιο χρέος, που ξεπέρασε το 2014 το 177%, παραμένει μη εξυπηρετήσιμο όσο δεν υπάρχει σταθερή ανάπτυξη.

    Η παραπάνω καταγραφή ασφαλώς δεν εμπεριέχει καμία πρωτοτυπία. Φωτίζει όμως την ιστορία του Ελληνικού κράτους μέσα από μίαν ιδιαίτερη και λιγότερο γνωστή προοπτική, αυτήν της χρόνιας εξάρτησής του από τον εξωτερικό δανεισμό. Είδαμε ότι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, τα δημόσια εξωτερικά χρέη συνδέονται με μεγάλα εθνικά γεγονότα: Τα πρώτα δάνεια με την εθνική ανεξαρτησία, το δάνειο του 1832 με την επιλογή του Όθωνα, η πτώχευση του 1843 με την αλλαγή δυναστείας και τα Επτάνησα, η έξοδος στις διεθνείς αγορές του 1879 με την προσάρτηση της Θεσσαλίας, η πτώχευση του 1893 με τον Διεθνή Έλεγχο και την χρηματοδότηση των Βαλκανικών πολέμων, η Μικρασιατική Καταστροφή και η δημοσιονομική κατάρρευση με την αναγκαστική εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος αλλά και με την πτώχευση του 1932, και τελικά η ανεπίσημη πτώχευση του 2010 με τη στρεβλή σχέση μας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Σε αυτήν την μακρά διάρκεια, οι διεθνείς κρίσεις –τότε και τώρα- διόγκωσαν τα δικά μας προβλήματα που σχετίζονται με το δικό μας «μοντέλο» ανάπτυξης και τις δικές μας πολιτικές ευθύνες και καιροσκοπικές συμπεριφορές (Δοξιάδης 2013, 196 κ.έ.).

    Η ελληνική ιστορία του δημοσίου χρέους είναι ένα υπόδειγμα κακοδιαχείρισης, εξάρτησης (addiction) από την ξένη βοήθεια και κοντόθωρης σύνδεσης με την εκάστοτε επείγουσα αναγκαιότητα της ιστορικής συγκυρίας. Διαρθρωτικά προβλήματα σε όλους τους κλάδους παραγωγής και της δημόσιας διοίκησης είχαμε και πριν από το ευρώ και πριν την ΕΟΚ και πριν την κρίση του ’29, και πριν τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Άραγε, πόσες ευκαιρίες δικαιούται να χάσει μια χώρα για να αναπτυχθεί κανονικά;

     

     

    Πηγή: foreignaffairs.gr

  • ελλάδα_πρωταγωνιστής

    Γιατί η Ελλάδα* ;

    …Κατ’ αρχήν κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε ότι ο άνθρωπος που εξύμνησαν οι Έλληνες ήταν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος. Αγαπούσε τη ζωή και τις γιορτές, τα συμπόσια, τον έρωτα, τη δόξα. Μερικοί συγγραφείς μίλησαν γι’ αυτό περισσότερο από άλλους: ό­πως ο Ησίοδος, οι λυρικοί, ο Αριστοφάνης. Από τον Όμηρο όμως ως τα χορικά των τραγωδιών, αυτή η πλευρά δεν λείπει ποτέ. Πρέπει να το θυμίσουμε έντονα -διότι κατ’ αρχήν αυτό είναι η εκπληκτική γοητεία της ελληνικής λογοτεχνίας, υστέρα διότι μια τέ­τοια αγάπη για τη ζωή ανυψώνει περισσότερο το τίμημα του πάθους για να την εννοήσουμε, να την κατακτήσουμε και να υψωθούμε από τα συγκεκριμένα αυτά θέλγητρα προς μία σκέψη αρμονική προς αυτά. Η μίξη αυτών των δύο καθιστά την Ελλάδα μοναδική.

    Επιπλέον, ακόμα και αν αποκαταστήσουμε αυτή τη διάσταση – που ηθελημένα αφήσαμε κατά μέρος σε μία μελέτη αφιερωμένη σε ένα μόνο θέμα – διακινδυνεύουμε πάλι να ξεχάσουμε ότι η ανάλυση που περιέχεται στα κείμενα αντιπροσωπεύει μία μόνο όψη της ελληνικής κουλτούρας και του ελληνικού πολιτισμού.

    Βεβαίως, η άποψη αυτή είναι η πιο αυθεντική. Διότι κανένας άλλος πολιτισμός δεν είχε τόσο πάθος για την τέχνη του λόγου, της απόδειξης και της ανάλυσης: και αυτό, χωρίς αμφιβολία, πα­ραμένει το πιο αξιοσημείωτο γεγονός του ελληνισμού. Η επιδίωξη όμως της καθολικότητας που μαρτυρούν τα κείμενα, αν είναι τόσο χαρακτηριστική, θα πρέπει να ξαναβρεθεί επίσης στην τέχνη, στη θρησκεία, στη ζωή και στα ήθη.

    Θα χρειάζονταν ακόμη πολλά βιβλία για να αποδειχθεί ότι έ­τσι είναι, αν χρησιμοποιήσουμε αναλύσεις πιο αόριστες από αυ­τές που προσφέρουν τα κείμενα: μόνο τα κείμενα μας δείχνουν αυτό που έχουν να πουν χωρίς διφορούμενα. Και όμως μπορούμε να θυμίσουμε ότι, ως προς την τέχνη και τη θρησκεία, έχουν δοθεί σύντομες ενδείξεις όταν το απαιτούσε η ανάπτυξη του θέ­ματος. Και επιβεβαιώνουν το αποτέλεσμα της έρευνας που έγινε εδώ.

    Η ελληνική τέχνη είναι κατ’ αρχήν ιδιαίτερα ανθρώπινη. Αρκεί να σκεφτούμε την Αίγυπτο ή την Ινδία για να μετρήσουμε τη δια­φορά. Ακόμα και όταν παριστάνει γίγαντες και τέρατα, πλησιάζει όλο και περισσότερο την ανθρώπινη μορφή. Στις μάχες μεταξύ θεών και γιγάντων μόλις διακρίνουμε τους μεν από τους δε: όλοι μοιάζουν με ανθρώπους (όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς). Και όταν ένας θεός και ένας άνθρωπος βρίσκονται ο ένας απέναντι στον άλλον, μόλις διακρίνουμε αν ο θεός είναι μεγαλύτερος από τον άνθρωπο: όπως στο διάζωμα του θησαυρού των Αθηναίων, πάντα στους Δελφούς. Η σκέψη μας πηγαίνει στις σχέσεις που έχουν οι ήρωες και οι θεοί στον Όμηρο…

    Εξάλλου, η απεικόνιση ανθρώπινων μορφών, ιδιαίτερα κατά την αρχαϊκή εποχή, περιβάλλεται -όπως είδαμε- από μια γενίκευση και από μια συγκράτηση που αποκλείουν τα ατομικά χαρακτηριστικά και τα τονισμένα συναισθήματα. Αν αυτό συμβαίνει από έλλειψη πείρας ή από συνειδητή επιθυμία, δεν έχει σημασία: τα αγάλματα που μας υποδέχονται στα μουσεία έχουν την αγέ­ρωχη περίσκεψη του εξωπραγματικού και μας συγκινούν πολύ περισσότερο.

    Τέλος, ο ελληνικός ναός είναι από μόνος του ένα μνημείο με α­πέριττες γραμμές, στο οποίο η γλυπτική κατέχει μια πολύ οριοθετημένη θέση. Βρίσκεται στα μέτρα του ανθρώπου. Δεν έχει ούτε την έπαρση των πυραμίδων ούτε την πληθώρα των γλυπτών του Ανγκόρ*. Είναι ίσως η ιδέα, παραπλανητική από πρώτη άποψη, που εκφράζει ο Περικλής στο Θουκυδίδη όταν δηλώνει: «Φιλοκαλούμεν γαρ μετ’ ευτελείας».

    Έτσι, η ίδια επιδίωξη προς το γενικό, το ανθρώπινο, το καθολικό εκφράζεται και στην τέχνη όπως και στη λογοτεχνία.

    Όσο για τη θρησκεία, δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε άλλη πιο κοντά στον άνθρωπο. Ο ανθρωπομορφισμός είναι ο κανόνας. Και εάν στις απαρχές υπήρξαν ζώα που ταυτίστηκαν με τους θεούς, από το έπος του Ομήρου έγιναν απλά ευνοούμενα αυτών των θεών. Επιπλέον, οι θεοί είναι ποικίλοι και, εξαιτίας των συνεχών συγκρούσεων μεταξύ τους, ο άνθρωπος καταφεύγει στον ένα ή στον άλλον. Σίγουρα, οι θεοί μπορούν να χτυπούν, και ιδίως ο Δίας, ο βασιλιάς τους. Αλλά οι άνθρωποι, παρ’ ότι το ξέ­ρουν, δεν ζουν μέσα στον τρόμο ούτε στην υποταγή. Οι ποιητές κοροϊδεύουν τους θεούς όταν βρουν την ευκαιρία: εν τούτοις δεν καταποντίζονται στις καταστροφές. Οι άνθρωποι φοβούνται λι­γότερο τους θεούς όσο πιο ελεύθερα επικοινωνούν μαζί τους, ε­φόσον δεν έχουν ούτε δόγμα ούτε κλήρο. Και επιπλέον υπάρχουν οι ενδιάμεσοι και οι δυνατότητες επικοινωνίας -με τους ήρωες, που είναι σχεδόν ημίθεοι, και με τους χρησμούς από τους οποίους μπορούν να ζητήσουν συμβουλή. Αν προσθέσουμε ότι οι θεοί είναι πρόγονοι πολλών οικογενειών και οι προστάτες της μιας ή της άλ­λης πόλης, εκτιμούμε πόσο μειώνεται η απόσταση ανάμεσα στο θείο και στο ανθρώπινο. Το είδαμε όταν μιλήσαμε για τον Όμη­ρο. Αργότερα, οι δοξασίες επέτρεψαν πολύ πιο προσωπικές σχέ­σεις με τη θεότητα. Αυτό παρέμεινε αληθινό ως το τέλος του ελ­ληνισμού και διευκόλυνε, μερικές φορές, τις μεταλλαγές με το χρι­στιανισμό.

    Επίσης, αυτοί οι πολλαπλοί θεοί, με τις αρκετά ελαστικές δι­καιοδοσίες, μπερδεύτηκαν στην Ελλάδα με πολλές προσφιλείς δραστηριότητες. Έτσι έγιναν και αυτοί ένα είδος συμβόλων με κα­θολική αξία. Για έναν Έλληνα της κλασικής εποχής, η Αφροδίτη εί­ναι η εικόνα του έρωτα, η Άρτεμις εικόνα της αγνότητας, ο Άρης του πολέμου. Έτσι ξαναβρίσκουμε, όπως αλλού, τη γλώσσα των συμβόλων, κατά την οποία κάθε οντότητα που ανήκει στο μύθο περιέχει μια σημασία πολύ γενική για τον άνθρωπο.

    Αυτό ήταν, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους λόγους που εξελί­χθηκαν τόσο άνετα οι ανταλλαγές και οι αφομοιώσεις με τις άλλες θρησκείες. Οπωσδήποτε η ελληνική θρησκεία δεν ήταν εθνική. Οι θεοί μπορούσαν να έχουν προνομιακούς δεσμούς με μία πόλη (ό­πως η Αθηνά με την Αθήνα): αυτό δεν τους εμπόδιζε να αναγνω­ρίζονται και να τιμώνται και αλλού -ενδεχομένως και στους βαρ­βάρους. Όταν είχαν άλλα ονόματα, οι Έλληνες έκριναν ότι υπήρ­χε κάποια παραλλαγή και η απόδειξη βρίσκεται στον Ηρόδοτο. Ήταν, γενικά, μία θρησκεία που αποδεχόταν και συγχρόνως γινό­ταν εύκολα αποδεκτή. Ξέρουμε πως ο απόστολος Παύλος βασί­στηκε, όταν βρέθηκε στην Αθήνα, στην ύπαρξη της λατρείας «τω Αγνώστω θεώ». Αλλά, χωρίς να φτάσει ως το Χριστιανισμό, ο Glen Bowersock επέμεινε πρόσφατα στο ρόλο που είχε η ελληνική θρησκεία στην ενοποίηση του όψιμου παγανισμού. Αυτή η κουλ­τούρα, γράφει, «πρόσφερε στη γλώσσα το μύθο και την εικόνα, το μέσον να εκφραστούν οι τοπικές παραδόσεις με τρόπο εύληπτο και πιο καθολικά κατανοητό». Όπως πάντοτε, η άνοδος προς το καθολικό, στο διανοητικό πεδίο, διευκολύνει, πράγματι, το άνοιγ­μα προς το καθολικό, στο επίπεδο των ανθρωπίνων σχέσεων.

    Αλλά οι ίδιες αυτές λέξεις τραβούν την προσοχή σε ένα τρίτο κενό, σοβαρότερο, στην ανάπτυξη που παρουσιάζουμε σε τούτο το βιβλίο. Και όμως είχαμε απομακρυθεί για καλά από τις ανθρώ­πινες σχέσεις! Από τις πρώτες σελίδες, με τον Όμηρο, είχαμε επι­σημάνει μία απίθανη διάθεση στην αποδοχή των άλλων -μια έλ­λειψη εθνοκεντρισμού, μια κατανόηση, μια εξαιρετική φιλοφροσύνη όχι μόνο κατά την αρχαϊκή εποχή αλλά σε όλες τις εποχές. Εί­δαμε στη συνέχεια ν’ ανατέλλει με τον Ηρόδοτο μια σπάνια ανε­κτικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε ερώτημα επειδή οι συγγραφείς μιλούσαν γι’ αυτό και μάλιστα με επιμονή. Αλλά, στο σύνολο, η έκταση της πνευματικής προσπάθειας που επιτελέ­σθηκε σε έναν αιώνα, έσβησε λίγο πολύ για μας τις ανθρώπινες α­ξίες. Και πώς να μιλήσουμε για έναν πολιτισμό χωρίς ν’ αναφέρουμε εκείνο που πρόσφερε σε αυτόν τον τομέα;

    Καθένας γνωρίζει ότι η Ελλάδα πρόσφερε στον κόσμο την τέ­λεια και ιδανική έκφραση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Και δεν είναι λίγο! Αυτές οι δύο μεγάλες ιδέες προσήλκυσαν και άλλες κατά τη ροή τους. Προκάλεσαν σίγουρα το σεβασμό στους νό­μους (που συναντήσαμε μιλώντας για τη δημοκρατία), καθώς και τη φιλοπατρία και την έννοια της γενναιότητας. Αλλά προκάλε­σαν επίσης την επιθυμία να υποστηρίξουν τους καταπιεζόμενους, να απελευθερώσουν τα θύματα, ακόμα και να ριψοκινδυνεύσουν για την υπεράσπισή τους: είναι ένας από τους τίτλους τιμής που η Αθήνα δεν έπαψε ποτέ να διεκδικεί. Οι δύο αυτές ιδέ­ες συνυφασμένες αποδείχθηκαν ζωογόνες και ευρύτατες. Ήταν ήδη άνοιγμα προς τους άλλους.

    Το λαμπρό όμως αυτό ξεκίνημα δεν πρέπει να μας κάνει να ξε­χνάμε εκείνο που, πέρα από το νόμο και τους κανόνες του, προ­χωρούσε προς την ίδια κατεύθυνση πιο διακριτικά.

    Ο νόμος, γιατί; Τον συναντήσαμε εδώ στο πολιτικό πλαίσιο της δημοκρατίας: είναι καιρός ν’ ανατρέξουμε λίγο πιο πίσω. Με τους Έλληνες πρέπει πάντα να γίνει αυτή η κίνηση. Τότε εκτιμάμε ότι ο νόμος εσήμαινε  γι’ αυτούς, πριν απ’ όλα, το αντίθετο της βίας.

    Οι Έλληνες δεν έπαψαν να ορθώνονται εναντίον της βίας. Εμίσησαν τον πόλεμο, την αυθαιρεσία, την αταξία.

    Για τον πόλεμο αυτό είναι γνωστό. Ήδη στον Όμηρο, ο πόλε­μος είναι χώρος του ηρωισμού, αλλά επίσης της οδύνης και του θανάτου. Ο Άρης, ο θεός του πολέμου, προκαλεί φρίκη ακόμα και στο Δία: «Είναι για μένα ο πιο μισητός από όλους τους θεούς, που μένουν στον Όλυμπο, γιατί πάντα του αρέσουν τα μαλώματα και οι πόλεμοι και οι μάχες».

    Η καταδίκη του πολέμου διαπερνά πράγματι όλα τα ελληνικά κείμενα. Υπάρχει στον Ηρόδοτο, στον οποίον εμπνέει τη διάσημη φράση: «Διότι κανένας δεν είναι τόσον ανόητος, ώστε να προτι­μά τον πόλεμον από την ειρήνην, αφού κατ’ αυτήν μεν τα παιδιά θάπτουν τον πατέρα, ενώ κατά τον πόλεμον οι πατέρες τα παι­διά». Υπάρχει στον Αισχύλο, στα μεγάλα χορικά της οδύνης και στην εικόνα τη σχετική με τον πόλεμο της Τροίας: «Κι ο Άρης σω­μάτων αργυραμοιβός και ζυγιαστής των κονταριών στη μάχη, στέλνει από την Τροία στους δικούς βαρεία και πικροθρήνητη α­πό την πυρά μονάχη αντίς τον άντρα – βολικά γεμίζοντας ένα λεβέτι με μια φούχτα στάχτη». Βρίσκεται ιδιαίτερα στον Ευριπί­δη με τους φοβερούς μονόλογους των Ικέτιδων όπου ο κήρυκας λέει ότι οι άνθρωποι μέσα στην τρέλα τους «κυνηγάμε πολέμους και σκλαβώνουμε όποιους βρούμε πιο αδύνατους, άντρας τον ά­ντρα, η πόλη την άλλη πόλη». Υπάρχει επίσης στον Αριστο­φάνη. Υπάρχει παντού.

    Εξάλλου, το κείμενο του Ευριπίδη που αναφέραμε δείχνει κα­θαρά ότι, πίσω από την καταδίκη του πολέμου για τα δεινά που προκαλεί, οι Έλληνες διέκριναν καθαρά ότι αυτός καθ’ εαυτός ο πόλεμος ήταν απαράδεκτος. Προϋπόθεση του ήταν αποκλειστι­κά η δύναμη. Το σκάνδαλο όμως της κυριαρχίας της δύναμης το εί­χαν αντιληφθεί από τις απαρχές. Ήδη ο Ησίοδος το απεικόνισε στο θαυμάσιο απόλογο με το γεράκι και το αηδόνι που αναφέρ­θηκε στο κεφάλαιο το σχετικό με τον Πίνδαρο.

    Η ίδια διαμαρτυρία εμπνέει τον Προμηθέα του Αισχύλου όπου η αυθαιρεσία του Δία εκπροσωπείται από το Κράτος και τη Βία. Ξαναβρίσκεται σε όλες τις αναλύσεις τις σχετικές με την τυραννία και ιδιαίτερα με την τυραννία μεταξύ πόλεων, που είναι ο ιμπε­ριαλισμός: το να κυβερνάς με τη βία σημαίνει να κυβερνάς με εξα­ναγκασμό, αντίθετα προς τη θέληση των ανθρώπων. Ξαναβρί­σκεται στις θεωρητικές και ανελέητες αναλύσεις του Θουκυδίδη (στο διάλογο των Μηλίων, στο 5ο βιβλίο) και στον Πλάτωνα (με τον Καλλικλή στο Γοργία).

    Η Ελλάδα ήταν σαν να είχε κινητοποιηθεί εναντίον της βίας και τούτο ενέπνευσε το φλογερό σεβασμό της προς το νόμο. Το συ­ναίσθημα όμως αυτό ερμηνεύτηκε επίσης με ευρύτερες μορφές διότι στη βία αντιτίθεται επίσης η πειθώ.

    Με τις αναφορές που είναι συγκεντρωμένες σε τούτο το κε­φάλαιο του συμπεράσματος, ίσως εκπλαγούμε βλέποντας το κεί­μενο να αλλάζει ύφος, ενώ θα περιμέναμε γενικές ιδέες και περι­λήψεις, σχόλια και αναφορές. Είναι σχεδόν αδύνατο να κάνουμε διαφορετικά. Εάν θέλουμε να τονίσουμε, διατρέχοντας έστω βια­στικά, τη σημασία των αξιών που καθόρισε η Ελλάδα και κληρο­δότησε στο δυτικό κόσμο, πρέπει να προσφέρουμε στον ανα­γνώστη κάτι σαν ανθοδέσμη από αυτά τα κείμενα που έθρεψαν τον κόσμο επί αιώνες. Οι αξίες δηλώνουν ότι η απόδειξη είναι δυ­νατή και ότι οι επαληθεύσεις δεν είναι αδικαιολόγητες. Ιδίως με την πληθώρα τους αποδεικνύουν καθαρά ότι πρόκειται για αξίες πολύτιμες για όλους τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, ανεξάρτητα από διαφορετικές νοοτροπίες ή λογοτεχνικά είδη. Ίσως αφήσουν στο πέρασμα τους -ποιος ξέρει;- το θάμβος που προ­καλεί ένας ενθουσιασμός φωτεινός, και πάντα λίγο πολύ μεταδο­τικός. Και τέλος μια ανθοδέσμη: τι ωραιότερο να προσφέρει κα­νείς για να αποχωρήσει;

    Κλείνοντας αυτή την παρένθεση, πρέπει να σπεύσουμε να συνδέσουμε το νόμο με την πειθώ, η οποία παρεμβαίνει παντού, όπου δεν κυβερνά ο νόμος. Διέπει τις συμφωνίες. Δεν κουράζεται να αντιτίθεται στη βία. Πώς να μη θυμηθούμε ότι όλα τα φονικά και όλες οι εκδικήσεις, που αποτελούν την Ορέστεια του Αισχύ­λου, συντρίβονται πάνω στη δίκαιη ανώτατη εξουσία ενός δικα­στηρίου, και ότι η Αθηνά, τότε, αναλαμβάνει να πείσει τις Ερινύες παρά να τις εξαναγκάσει, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ομολογία πίστης του ελληνισμού στο αποκορύφωμα του, όταν η Αθηνά ε­πικαλείται «τη θεία Πειθώ» που δίνει στο λόγο της «τη μαγική γλυκύτητα» (Ευμενίδες 885-886). Και για ν’ απαντήσουμε με αν­θρώπινη γλώσσα στα λόγια της θεάς, θα μπορούσαμε ν’ αναφέ­ρουμε το νεαρό Νεοπτόλεμο του Σοφοκλή που επεδίωκε να πεί­σει το Φιλοκτήτη παρά να τον εξαπατήσει επωφελούμενος από την πλεονεκτική του θέση. Να πείθεις: ήταν το κίνητρο αυτής της δημοκρατίας για την οποία ήταν τόσο υπερήφανοι οι Αθηναίοι, α­φήνοντας τον εξαναγκασμό στους τυράννους.

    Θα έλεγε κανείς ότι τα λόγια αυτά δεν ταιριάζουν με τον ιμπε­ριαλισμό, που ήταν μια τυραννία. Αλλά ποιος μας το είπε, αν όχι οι Αθηναίοι, που είχαν συνείδηση αυτής της κατάστασης και ήταν ικανοί να την ελέγχουν με οξυδέρκεια. Ο Θουκυδίδης είπε και ο Ισοκράτης υπερθεμάτισε ότι ο τύραννος και το Κράτος-τύραννος είναι καταδικασμένα να καταστραφούν. Από αυτά τα δύο, απο­κάλυψαν το σχήμα αυτής της «ασθένειας» περιγράφοντας την με μία μορφή γενική που ισχύει για πάντα.

    Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι μετά από μια τέτοια εμπει­ρία και τη σαφή αντίληψη του κακού, οι Έλληνες διέδωσαν επίσης την ιδέα όλων των δυνατών συμφωνιών μεταξύ Κρατών. Και, ό­πως η Αθήνα ήξερε να τα ξεχάσει όλα μετά τον εμφύλιο πόλεμο και να βρει για τη συμφιλίωση των πολιτών ένα υπόδειγμα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, το ίδιο οι Έλληνες ανακάλυψαν τη βασική αρχή για συμφωνίες, διαιτησίες, συνθήκες, συμμαχίες, ομοσπον­δίες και συνομοσπονδίες. Δεν κατάφεραν μεν να ενωθούν αλλά έ­θεσαν τις αρχές, υπέδειξαν τι έπρεπε να αποφευχθεί και ποιοί ή­σαν οι όροι που έπρεπε να τηρηθούν. Κι εδώ επίσης ζούμε από την κληρονομιά τους και από εκείνο που αυτή παρήγαγε.

    Όλα αυτά όμως ανήκουν στην κατηγορία των διακανονισμών και του δικαίου. Οι Έλληνες δεν προχώρησαν πέρα από αυτά; Δεν είχαν τίποτα που να τους ωθήσει προς τους άλλους, προς εκείνους με τους οποίους δεν τους συνέδεε καμιά συνθήκη και καμιά γραπτή υποχρέωση; Η Αθήνα μιλούσε για ανοχή στις ιδιωτικές σχέσεις. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα που να ξεπερνά αυτό το πλαίσιο;

    Και εδώ είναι το θαύμα: Γιατί ο λαός αυτός, που χαιρόταν τη γραπτή διατύπωση και τις σταθερές βάσεις που πρόσφερε σε ό­λους, ανακάλυψε εν τούτοις την ιδέα των άγραφων νόμων για ό­λα όσα υπήρχαν πέρα από τη δικαιοδοσία των νόμων. Οι άγραφοι αυτοί νόμοι είναι γνωστοί από το εγκώμιο του Σοφοκλή στην Αντιγόνη και στον Οιδίποδα Τύραννο. Επιβάλλουν, λόγου χάριν, το σεβασμό προς τους ικέτες και τους κήρυκες, την ταφή των νε­κρών και τη βοήθεια στους καταπιεζόμενους. Αντίθετα όμως με τους γραπτούς νόμους, το σημαντικό είναι ότι αυτοί οι νόμοι είναι παγκόσμιοι. Συχνά τους αποκαλούσαν «κοινούς νόμους των Ελλή­νων». Σε άλλα κείμενα υπάρχει η ιδέα ότι ισχύουν για όλους. Δια­βάζουμε γι’ αυτούς στον Ξενοφώντα ότι «εις κάθε τόπον δια τα ί­δια πράγματα τους παραδέχονται» και καλύτερα στον Ισοκράτη ότι είναι «ένας πατροπαράδοτος νόμος, που όλοι οι άνθρωποι τον τηρούν ανέκαθεν, γιατί νομίζουν, ότι δεν τον εθέσπισαν άνθρωποι παρά τον επέβαλε κάποια ανωτέρα δύναμις». Και ο Αριστο­τέλης προσδιορίζει ότι οι άγραφοι νόμοι αναγνωρίζονται από την κοινή αποδοχή.

    Η ελληνική αυτή επινόηση έγινε παγκόσμια: με αυτήν αρχί­ζουν καλύτερες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Είναι η ώρα που ο ίδιος ο Αριστοτέλης δίνει ξεχωριστή θέση στην ευθύτητα, μία ε­σωτερική διάθεση αρκετά ευέλικτη, δίπλα στη δικαιοσύνη, και στην οποία εκδηλώνονται σχεδόν παντού οι ιδέες της πραότητας, της κατανόησης και της επιείκιας.

    Το άνοιγμα προς τους άλλους, που ξεκινούσε με τον αγώνα ε­ναντίον της βίας, ολοκληρώνεται εδώ για να ξεπεράσει όλο μαζί και το πλαίσιο της πόλης, ακόμα και της ίδιας της Ελλάδας και την αυστηρότητα των βασικών απαιτήσεων.

    Η Ελλάδα της εποχής εκείνης δεν επινόησε τίποτα το τόσο ά­μεσο και συναισθηματικό όσο η χριστιανική αγάπη που αγκαλιά­ζει όλα τα πλάσματα στο όνομα του χριστιανικού μηνύματος. Αλλά η επιδίωξη της για την καθολικότητα την έκανε να βρει, μέ­σα στην κοινή ιδιότητα των ανθρώπων, την πηγή μιας αδελφικής επικοινωνίας. Όταν ο καθένας συνειδητοποιεί ότι είναι άνθρω­πος, τότε «μπαίνει στη θέση» των άλλων ανθρώπων. Και όπως η παγκοσμιότητα των ιδεών στον Πλάτωνα γίνεται πόλος έλξης και αντικείμενο χαράς ή επιθυμίας, κατά τον ίδιον τρόπο, η παγκο­σμιότητα των ανθρωπίνων καταστάσεων, στην οποία παραπέ­μπει πάντοτε η ελληνική σκέψη, γίνεται πηγή συμπάθειας και α­νεκτικότητας ως προς τους άλλους ανθρώπους.

    Αυτό γίνεται αισθητό ήδη από τον 5ο αιώνα. Και μας συγκινεί όταν βλέπουμε στον Αίαντα του Σοφοκλή, τον Οδυσσέα να αρνείται να περιγελάσει τον εχθρό του, ακριβώς επειδή συνειδητά συμ­μερίζεται την κατάσταση του. Το λέει στην Αθηνά χωρίς έμφαση αλλά με πεποίθηση:

    «Κανένα εγώ δεν ξέρω. Όμως με πιάνει θλίψη γι’ αυτόν τον έρμο, ας είναι εχθρός μου, που συμφορά φριχτή τον έ­χει ζώσει. Γιατί δε συλλογιέμαι τη δική του μόνο την τύχη, μα και τη δικιά μου, μια και το βλέπω ξάστερα πως άλλο τίπο­τα οι ζωντανοί δεν είμαστε, μονάχα κούφιες σκιές, φαντά­σματα κι αγέρας».

    Λίγο αργότερα, ο Μένανδρος θα υπερθεματίσει και σε αυτόν πρέπει να αποδοθεί η ωραία φράση του Τερέντιου: «Είμαι άνθρω­πος και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο».

    Η αναφορά αυτή σε μια κοινή ανθρώπινη μοίρα δεν ήταν ήδη λανθάνουσα στον τρόπο με τον οποίον ο Όμηρος μιλούσε πάντα για τους «θνητούς»;

    Οπωσδήποτε, συνετέλεσε, κατά την κλασική εποχή, στην εμ­φάνιση μιας καινούργιας λέξης για μια καινούργια αρετή. Η λέξη φιλανθρωπία, που δεν είχε πάρει ακόμα την έννοια της σημερινής «φιλανθρωπίας», ήταν η αγάπη για τους ανθρώπους, θα μπο­ρούσαμε να πούμε «ανθρωπισμός».

    Φτάνουμε, πράγματι, σε μία τελείως διαφορετική σημασία του όρου αυτού. Γιατί έχει πολλές, που όλες προέρχονται από την Ελλάδα. Η λέξη «ανθρωπισμός» σημαίνει προφανώς την ανθρώπι­νη μοίρα, αυτήν που όλοι οι συγγραφείς θέλησαν να προσδιορί­σουν στο έπος, στην τραγωδία, στην ιστορία. Εξάλλου, επειδή η κατάσταση αυτή είναι κοινή σε όλους, η λέξη αποκτά αθροιστική έννοια που σημαίνει το σύνολο των ανθρώπων οι οποίοι συμμετέ­χουν σε αυτή την κατάσταση. Τέλος, επειδή η έννοια αυτής της συλλογικότητας προκαλεί την αλληλεγγύη, η λέξη γίνεται συνώνυ­μη της καλωσύνης για τους ανθρώπους. Ο όρος «απόδειξη αν­θρωπισμού» θυμίζει την αλληλεγγύη και την εφαρμογή της.

    Θα θέλαμε να πούμε ότι οι σημασίες αυτές που μεταβιβάστη­καν με τα αρχαία κείμενα είναι παρούσες στην ονομασία που εί­χαν κάποτε οι κλασικές σπουδές όταν τις αποκαλούσαν «ανθρω­πιστικές».

    Μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες τις εφάρμοσαν περισσό­τερο από άλλους λαούς; Ασφαλώς όχι. Παραβίαζαν τους γρα­πτούς και άγραφους νόμους, κατά περίσταση, όπως όλος ο κό­σμος. Είχαν σκλάβους που υπέταξαν με τη βία. Η Αθήνα υπήρξε μία αυτοκρατορία-τυραννία. Και η δημοκρατία ακόμα μετετράπη κάποτε -το λέει ο Αριστοτέλης- σε οχλοκρατία. Η έλλειψη ανοχής πολλαπλασίασε στην πόλη τις δίκες για ασέβεια, θανάτωσαν το Σωκράτη. Υπήρξαν περίοδοι εθνικών αντιθέσεων και εμφυλίων πολέμων όπως και σε μας. Οι Έλληνες όμως ήξεραν τουλάχιστον να πουν τι θα έπρεπε να είναι, να προσδιορίσουν αξίες και καμιά φορά να πεθάνουν γι’ αυτές.

    Οπωσδήποτε δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ήταν οι μόνοι που το έκαναν. Οι αξίες που περιγράψαμε εδώ υπήρξαν χωρίς αμφι­βολία και αλλού. Ίσως μια μέρα το μάθουμε, ίσως όχι… Και εδώ α­κόμα, οι Έλληνες είχαν τη μοναδική αυτή τιμή -που απεικονίζει θαυμάσια την κυρίαρχη ιδέα του βιβλίου- να διατυπώσουν τις διάφορες αυτές αξίες, να τις ορίσουν, να προβάλλουν, από αόρι­στες εμπνεύσεις ή παραδόσεις, στις οποίες παραμένουν οι άλλοι, μια εικόνα σαφή, φωτεινή, παγκόσμια, η οποία, ζώντας μέσα στα κείμενα, μπορούσε να επικοινωνεί με τις άλλες ή ακόμα να ενι­σχύεται από αυτές, όταν εκείνες ήταν μόνο συγκεχυμένες και λαν­θάνουσες. Ασφαλώς, πολλοί λαοί θα είχαν παραδεχθεί ότι μια α­δελφή οφείλει να θάψει τον αδελφό της. Οι λαοί όμως αυτοί δεν έ­γραψαν μια Αντιγόνη. Τα αισθήματα αναπτύσσονται σε επαφή με τις λέξεις και τα παραδείγματα, όπως ένα φυτό που δέχεται το φως του ήλιου.

    Και το αποτέλεσμα είναι ότι οι λέξεις και αυτά τα παραδείγ­ματα ογκώθηκαν και αυξήθηκαν σε όλους τους λαούς που βρέθη­καν σε άμεση ή έμμεση επαφή με την αρχαία Ελλάδα. Παρά τα μέ­τρα αποκλεισμού των τελευταίων δεκαετιών, η επιρροή συνεχίζε­ται. Μπορεί να μην αναγνωρίζουμε την προέλευση αλλά δεν μπο­ρούμε ν’ αρνηθούμε ότι υπήρξε και ότι έχει συμβάλει σε αυτό που είμαστε.

    Είναι περίεργο να διαπιστώνουμε, στη σημερινή εποχή της άρ­νησης των ελληνικών σπουδών, ότι η επιρροή αυτή εκδηλώνεται με δύο μορφές πολύ διαφορετικές και άνισης σημασίας. Η πρώτη είναι ορατή και φαινομενικά τουλάχιστον πολύ επιφανειακή. Εκφράζεται με τη συνήθεια, με την προσφυγή σε κύρια ονόματα και σε αόριστους μυθολογικούς υπαινιγμούς. Ο μίτος της Αριάδνης, το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι αναμνήσεις ελληνικές. Το ίδιο και οι Ολυμπιακοί αγώνες και ο Μαραθώνιος δρόμος. Η Ευρώπη που σφυρηλατούμε με γρήγορους ρυθμούς έχει ελληνικό όνομα και επικαλείται πρόθυμα μία ηρωίδα που απήγαγε ο Δίας, που ί­σως να μην είναι η σωστή. Όλοι οι θεατές της τηλεόρασης συνεχί­ζουν ν’ ακούν φράσεις όπως: «Η Αριάδνη 5 θα συναντήσει τον Ερμή». Και οι πιο αμαθείς από τους νέους διανοούμενους χρησι­μοποιούν την ελληνική λέξη έρως με περισσότερη διάθεση από την αντίστοιχη γαλλική.

    Η συνήθεια αυτή με διασκεδάζει. Δεν βασίζεται σε καμιά σο­βαρή γνώση αλλά παρόλα αυτά είναι αποκαλυπτική. Προϋποθέ­τει, σε μερικές περιπτώσεις, το γεγονός ότι οι ελληνικές λέξεις διατηρούν τη δύναμη και τη λάμψη τους: ο έρως δεν είναι ούτε η φιλία ούτε η αγάπη: ο έρως είναι πραγματικά σαφέστερη έν­νοια από την αγάπη. Συχνότερα, αυτές οι χρήσεις προϋποθέτουν την ακτινοβολία των συμβόλων ακόμα και όταν έχουν απομα­κρυνθεί από το αρχικό τους νόημα και έχουν αποκοπεί από τις ρί­ζες τους: το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και ο Μαραθώνιος δεν θα ε­πιβίωναν εάν πάρα πολλές γενιές δεν είχαν ακούσει να γίνεται λό­γος γι’ αυτές τις οριακές σκηνές του φονικού και του κατορθώμα­τος. Και τέλος, θα διαπιστώσουμε ότι οι χρήσεις αυτές συνδέονται με την εξέλιξη της διεθνούς ζωής: τα ελληνικά σύμβολα ανήκουν σε όλους ή σε κανένα. Και, όπως σε πολλούς άλλους χώρους, η αρχαία Ελλάδα μας προσφέρει μια γλώσσα για την οποία θα πω, ακόμα μια φορά, ότι είναι οικουμενική.

    Αλλά, εάν αυτές οι επιβιώσεις με διασκεδάζουν -μικρά παγό­βουνα που επιπλέουν χωρίς προορισμό, χωρίς να γνωρίζει πια κανείς γιατί βρίσκονται εκεί- υπάρχει μια άλλη επιβίωση πολύ πιο βαθειά και αγνοημένη σχεδόν από όλους. Είτε το θέλουμε είτε όχι, δημιουργήθηκε από ιδέες που βιώνουν μέσα μας χωρίς να το ξέ­ρουμε -σαν την καρδιά και το αίμα μας- και οι οποίες, μέσα από ποικίλα ενδιάμεσα προέρχονται από την αρχαία Ελλάδα. Πράγμα­τι, η ελληνική κληρονομιά, εδραιωμένη στην επιδίωξη του καθολι­κού, έγινε το ίδιο το πνεύμα του δικού μας δυτικού πολιτισμού. Η καταδίκη της βίας, η ανεκτικότητα, ο σεβασμός προς τη δικαιοσύ­νη, η αγάπη για την ελευθερία, είναι λίγο πολύ τα συνθήματα αυ­τών που επικαλούνται τη δημοκρατία. Και πίσω από τα συνθή­ματα κρύβονται ολοζώντανες δυνάμεις στις οποίες είναι επικίνδυ­νο σήμερα ν’ αντισταθούμε. Αντίθετα, την εποχή που δημιουργείται η Ευρώπη, νομίζουμε ότι δεν στερείται ενδιαφέροντος ν’ αναγνωρίσουμε αυτή την οφειλή που έχουμε την τάση να την ξεχνά­με.

    Όταν βλέπουμε Τσέχους διαφωνούντες να επικαλούνται τα μαθήματα του Θουκυδίδη κατά της τυραννίας, υπάρχει ασφαλώς εκεί μια συμπύκνωση. Και οι περισσότεροι από αυτούς αγνοούν σίγουρα το Θουκυδίδη. Η στάση τους όμως είναι απόλυτα σύμ­φωνη με το δίδαγμα της Ελλάδας και δεν θα ήταν ίσως κατανοητή χωρίς την πρώτη ώθηση που δόθηκε εκεί πριν 25 αιώνες.

    Και εδώ μιλάμε για πολιτική. Η ευαισθησία όμως στις χώρες μας, ο τρόπος της σκέψης, η προσπάθεια για διαύγεια, η επιστή­μη, η φιλοσοφία -αυτός ο αγώνας που σχεδόν δεν σταμάτησε πο­τέ από τότε- επαναφέρουν στα πρώτα τολμηρά βήματα της Ελλάδας στους διάφορους αυτούς τομείς.

    Αλλά έστω και αν φτάνουνε σήμερα στο σημείο να κόβουμε την επαφή με εκείνη την προνομιακή στιγμή στην ιστορία της αν­θρωπότητας, δεν θα καταστρέψουμε αυτή τη μακρά ωρίμανση, η οποία στην πορεία της μας πρόσφερε τους καρπούς της.

    Μια τέτοια αποκοπή θα ήταν όμως παράλογη, ένοχη και επι­κίνδυνη. Προσπαθώντας ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα «Γιατί η Ελλάδα;»,απαντάμε πάντα λίγο στην πιο πεζή και συνηθισμένη ε­ρώτηση: «Γιατί τα ελληνικά;»

    Και σε τελική ανάλυση και σ’ αυτό ακόμα οι Αθηναίοι εκείνης της εποχής είχαν πλήρη συνείδηση του τι έπρατταν και του ρόλου που ήταν άξιοι να διαδραματίσουν. Ο Θουκυδίδης μας λέει, μέσω του Περικλή, ότι η Αθήνα είναι για την Ελλάδα ένα «ζωντανό δί­δαγμα», μία «αγωγή», μία «παίδευσις». Η Αθήνα υπήρξε για τους Έλληνες και οι Έλληνες για όλους εμάς: το γεγονός ότι είχε τόσο έ­ντονη την προαίσθηση, με ενθαρρύνει και με μαγεύει.

     

     

    * Από το βιβλίο της Jacqueline de Romilly  «ΓΙΑΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ;», (Συμπεράσματα, το άνοιγμα προς τους άλλους), εκδ. «ΤΟ ΑΣΤΥ», Αθήνα 1993

    Πηγή: ekivolos.gr

  • iwannis-Kapodistrias

    Διαβάστε τις ανέκδοτες και επίκαιρες επιστολές του Ι. Καποδίστρια!

    Εκπληκτικά επίκαιρες αποδεικνύονται οι 37 ιδιόχειρες επιστολές του Ιωάννη Καποδίστρια, οι οποίες θα δημοπρατηθούν στις 24/06 από τον οίκο δημοπρασιών Πέτρος Βέργος μαζί με συνολικά 442 σπάνια βιβλία, έγγραφα και χαρακτικά. Πρόκειται για επιστολές που απευθύνονται στον στενό συνεργάτη του Αλέξανδρο Κοντόσταυλο (1789-1865) και αναφέρονται σε τρέχουσες κρατικές υποθέσεις, κυρίως οικονομικού χαρακτήρα, των ετών 1828-30.

    Οι ανέκδοτες, ως τώρα, επιστολές του Καποδίστρια είναι εξαιρετικά επίκαιρες, αφού αποκαλύπτουν τις αγωνιώδεις προσπάθειές του να βάλει τάξη στις υποθέσεις του νεοσύστατου κράτους χωρίς να υπολογίζει το οποιοδήποτε κόστος.

    Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει για τους ισχυρούς Έλληνες της εποχής: «…Θα με λυπούσε πολύ αν ο εγωισμός και η φιλοχρηματία των οικονομικά ισχυρών, των ανθρώπων με υπόληψη και των γαιοκτημόνων με ανάγκαζε να καταφύγω στη βία. Όμως, αν πρέπει να το κάνω δεν θα διστάσω, γιατί μου είναι αδύνατον να σταματήσω ή να κάνω πίσω…» (29/02/1828).

    Σε άλλη επιστολή του απαντάει στη διαβεβαίωση του Κοντοσταύλου, ότι ο προϋπολογισμός του κράτους είναι ισοσκελισμένος: «…Δεν συμμερίζομαι τη γνώμη σας σχετικά με τους εθνικούς πόρους και την ισορροπία που βρίσκετε ανάμεσα στα έξοδα και τα έσοδα. Αν συνυπολογίσετε τη φοβερή δυστυχία του λαού και την αφορία που θα μπορούσε να πλήξει επί μακρόν το έδαφος της Ελλάδας, ελλείψει πιστώσεων και κεφαλαίων, θα βλέπατε, ότι τα μέσα που διαθέτουμε είναι τελείως δυσανάλογα προς τις ανάγκες μας, πράγμα που με ανησυχεί, διότι μπορώ και συμπάσχω και υποφέρω περισσότερο από τους δυστυχείς που μου ζητούν ψωμί και δεν μπορώ να τους δώσω…»(13/04/1828). Θα μπορούσαν να είναι τα λόγια ενός σύγχρονου πολιτικού.

    Ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος ήταν ο επιχειρηματίας και πολιτικός που αγόρασε τα μηχανήματα του πρώτου νομισματοκοπείου με εντολή του κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας προσπάθησε να ανορθώσει την κατεστραμμένη ελληνική οικονομία (υπό τον έλεγχο των «προστάτιδων» Δυνάμεων από τον Αγώνα κιόλας) με την βοήθεια του φίλου του από την Ελβετία (αυτός την έκανε το κράτος υπόδειγμα που είναι από τον 18ο αι.) Εϋνάρδου (Jean-Gabriel Eynard, 1775-1863), ο οποίος είχε την άποψη αυτή για τους «Έλληνες» πολιτικούς: «Οι πληγές της Ελλάδος είναι οι αρχηγοί της. Άπαντες έχουν γλώσσαν χρυσωμένην. Ασχολούνται (κατά το πλείστον τουλάχιστον) αποκλειστικώς με τα ιδιαίτερα συμφέροντά των. Και τούτο υπό το πρόσχημα του αγνοτέρου πατριωτισμού. Άπαντες είναι ικανότατοι εις το να προβάλλουν τον εαυτόν των και να εκμηδενίζουν τους αντιπάλους των με εκθέσεις πλήρεις υπερβολής». Απόσπασμα από την μακροσκελή επιστολή(30/11/1832) προς τον Όθωνα, που μόλις είχε επιλεγεί από τις Μ. Δυνάμεις ως 1ος Έλληνας βασιλιάς.

    Διαχείριση του δημοσίου χρήματος και πάταξη της διαφθοράς

    Ο Καποδίστριας προχώρησε και οργάνωσε την κάθε κρατική υπηρεσία με λογιστική τάξη και ακρίβεια, ώστε να γίνεται έλεγχος για τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος και να επιβάλλονται κυρώσεις κατά της διαφθοράς. Στις περιπτώσεις όπου: «… παράπονα κατά της παρανόμου πολιτείας των τε λιμεναρχών και των υγειονόμων και των δασμοτελωνών, εκτρεπομένων εις καταχρήσεις πιεστικάς του λαού, των οποίων λαμπρά απόδειξις είναι ο σήμερον όχι μόνον άνετος βίος, αλλά και η σκανδαλώδης πολυτέλεια αυτών,… Θέλει διορισθή άνευ αναβολής επίτηδες γενικός επιθεωρητής όλων των λιμένων της επικρατείας με αρμοδιότητες οπόταν ευρίσκη ελλείψεις, υποψίαν διδούσας σφετερισμού ή κακοπολιτείας, να τους διαπαύη της υπηρεσίας, να τους εγκαλή προς την κυβέρνησιν, και αντ’ αυτών να καθιστά άλλους προσωρινώς…».

    Οι υπόλογοι πολιτικοί και στρατιωτικοί έπρεπε να αποδώσουν τα πεπραγμένα για τον χειρισμό λογαριασμών: «Δεν αγνοείτε δε ότι ο έλεγχος συνίσταται όχι μόνο εκ της εξετάσεως των λογαριασμών και των αυτοίς προσκείμενων εγγράφων, αλλά και εκ του βασανισμού των πεπραγμένων. Και ουδείς πολιτευτής διατάξας ή τελέσας δαπάνας υπέρ της πολιτείας δύναται να απαλλαχθή της ευθύνης, εάν το ελεγκτικό συμβούλιον δεν λάβη απόδειξιν ότι τα εις τας δαπάνας προσνεμηθέντα χρήματα εδαπανήθησαν άνευ καταχρήσεως και σφετερισμού».

    Προασπίστηκε την οικονομία του δημοσίου χρήματος: «Ελπίζομεν ότι, όσοι εξ υμών μεθέξωσι μετά της Κυβερνήσεως εις την προσωρινήν Διοίκησιν, καθώς και οι λοιποί των πολιτών, όσοι προσκληθώσιν επί τούτω θέλουν γνωρίσει μεθ’ ημών, ότι εις τας παρούσας περιστάσεις οι εν δημοσίοις υπουργήμασι δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγους με τον βαθμόν του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ’ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η κυβέρνησις εις την εξουσίαν της».

    Σε κρίσιμες στιγμές μάλιστα κάλεσε τους δημοσίους υπαλλήλους να παραιτηθούν, όσοι είχαν την δυνατότητα, οριστικά ή προσωρινά από το μισθό τους ολικά ή μερικά. Ο Καποδίστριας γνώριζε, ότι η διαφθορά του δημοσίου βίου είναι καταστρεπτική για τον τόπο. Ο ίδιος αποκάλυψε κάτι συγκλονιστικό και εν πολλοίς άγνωστο στους νεώτερους Έλληνες: «…Τούτο αν δε βάλωμεν εις τάξιν, αδύνατος είναι ο επισιτισμός του στρατεύματος. Έχω δε ανά χείρας υλικήν την απόδειξιν, ότι και η συντριβή του Μεσολογγίου από τοιούτων ιεροσυλιών προήλθε, πωλουμένων ανοσιοκερδώς εν Ιθάκη και εν Ζακύνθω των διά μεγίστων δυσκολιών εις Μεσολόγγιον πεμπομένων τροφών και του οψαρίου αυτού. Το χρέος μου λοιπόν έκαμα και τους τοιούτους ανθρώπους εις τρόμον έβαλα, λαλήσας κατά πρόσωπον στερράς αληθείας. Οι λόγοι όμως πρέπει να έχωσι τέλος και τότε φθάνει ο πάταγος και πατάξω και υμάς παρακαλώ να πατάξετε ισχυρώς».

    Ο Καποδίστριας πραγματοποίησε πάμπολλες εκκλήσεις προς τους Έλληνες και φιλέλληνες του εξωτερικού να βοηθήσουν οικονομικά την χώρα:

    «…’Άρτου και χρημάτων ανάγκην έχομεν. Εγώ εκ των λειψάνων της μικράς μου περιουσίας έδωκα ήδη. Κάμετε και εσείς, Κύριοι παν ό,τι δύνασθε προς βοήθειάν μας, στέλλοντες σίτον αραβόσιτον, όρυζαν και άλευρα και ό,τι εξοδεύσετε θα σας πληρωθεί εν καιρώ και παρά της Εθνικής Τραπέζης. Θαρσείτε Κύριοι ότι η Θεία Πρόνοια δεν θέλει μας εγκαταλείψει. Αλλά θυμηθείτε συγχρόνως ότι αυτή τους κόπους σας ευλογήσασα και βίους καλλίστους εξασφαλίσασα εις υμάς, σας προετοίμασε να αισθάνεσθε χαράν και ικανοποίησιν εις την εκπλήρωσιν των οφειλομένων προς την Ελλάδα».

    Ο Καποδίστριας σύναψε δάνεια με στόχο να ενισχυθούν οι γεωργοί και οι ακτήμονες: «… η κυβέρνησις δανείζουσα εις αυτούς(γεωργούς και ακτήμονας) ίνα κατασκευάσωσι καλύβας, και αγοράσωσι βόας και σπόρους, ήθελε τους αναδείξη πολίτας ειρηνικούς και χρησίμους». Η επιβολή και η είσπραξη των φόρων έγινε απ’ ευθείας από την Κυβέρνηση με δικαιοσύνη και ισότητα χωρίς τη μεσολάβηση των προκρίτων ώστε να αποφευχθεί η φοροδιαφυγή και η δυνάστευση των πολιτών. Είχε δε να παλέψει όχι μόνο με την ένδεια των πολιτών αλλά και τη νοοτροπία ορισμένων περιοχών όπου διακήρυτταν: «Ουδέποτε επλήρωσεν η Μάνη, και δεν έπρεπε να καθιερωθή τοιαύτη κακή συνήθεια». Αλλά όχι μόνο δεν επλήρωναν τους φόρους αλλά ενίοτε άρπαζαν και τα δημόσια ταμεία. Αξιοποιήθηκαν οι εθνικοί πόροι και τα κληροδοτήματα του εσωτερικού και εξωτερικού. Όλα αυτά τα μέτρα απέδωσαν, όπως ο ίδιος ομολογεί: «Αι πρόσοδοι της Ελλάδος εδιπλασιάσθησαν σχεδόν αφ’ ότου εγώ ήλθον. Το μεν παρελθόν έτος έδωκαν περί τα 3.000.000 φράγκων, το δε παρόν υπόσχονται περί τα 5.000.000». Το κράτος άρχισε να λειτουργεί, τα έσοδα συνήχθησαν, αξιοποιήθηκε ο εθνικός πλούτος, αν και τα έξοδα για τις στρατιωτικές δαπάνες λόγω του πολέμου τα χρόνια 1828-9 ανέρχονταν στο 73% των εσόδων και τα χρόνια 1829-30 στο 63%.

    Η διαφορά του Καποδίστρια από τους σημερινούς κυβερνήτες!

    Ο Καποδίστριας δεν αγκιστρώθηκε στην εξουσία και δεν θέλησε να κυβερνήσει για πάντα την Ελλάδα ακόμα και όταν του δόθηκε η ευκαιρία. Όταν «Οι δ’ επιζώντες ενθυμούνται ότι, ότε η παρά της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως σταλείσα επιτροπή ίνα υποβάλη αυτώ το εξ εκατόν πεντήκοντα χιλιάδων φοινίκων ψήφισμα είπεν ότι το έθνος ην έτοιμον να ονομάση και ηγεμόνα τον Κυβερνήτην, εκείνος προέτεινεν ως άλλος Φερεκύδης την δεξιάν, υπονοών ότι ο ηγεμών έπρεπε να κατάγεται εξ αίματος βασιλικού και να μη έχη τας χείρας τραχείας ως αυτός ένεκα της πολλής εργασίας». Πίστευε ότι το συμφέρον της Ελλάδος ήταν να έχει ηγεμόνα από βασιλική γενιά ώστε οι Μεγάλες Δυνάμεις να αναγνώριζαν πιο εύκολα την ανεξαρτησία της. Επίσης, ήταν αντίθετος στην ιδέα ότι, για να κυβερνήσει, έπρεπε να στηριχθεί στα όπλα. «…. Δεν φρονώ ότι η νέα ελληνική κυβέρνησις πρέπει να έλθη εις την Ελλάδα επί κεφαλής λόχων και πυροβόλων. Τούτο είναι έξω των δυνάμεών μου, αλλά και αν η δυνάμην, δεν θα ηρχόμην τοιουτοτρόπως».

    Αυτή ήταν η ευγενική ψυχή του Καποδίστρια ο οποίος προέτασσε των πάντων το συμφέρον της πατρίδας την οποία υπηρέτησε χωρίς ουδόλως να τη ζημιώσει. Η προσωπική του ζωή ήταν πρότυπο ήθους. Έλληνες από τη Μαριανούπολη, θέλοντας να τον ευχαριστήσουν για τη βοήθειά του προς την κοινότητά τους, του έδωσαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Αρνήθηκε να το δεχθεί και για να μην τους προσβάλλει τους είπε: «… δέχομαι το δώρο σας. Αλλά με τον όρο να καταθέσετε αυτά τα χρήματα σε Τράπεζα και με τους τόκους να προσλάβετε Έλληνα διδάσκαλο για να σας διδάσκει τη μητρική σας γλώσσα.

    Γιατί αποτελεί ντροπή, όντας Έλληνες στην καταγωγή, στο φρόνημα και στη θρησκεία, να αγνοείτε την ευγενέστερη και πλουσιότερη γλώσσα του κόσμου, που την διδάσκονται τόσοι άλλοι αλλοεθνείς …».

     

     

    Πηγή: olympia.gr

  • 01

    Η συμπεριφορά των πολιτικών είναι ίδια από πολύ παλιά…Συγκλονιστικά επίκαιρο!

    Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από λόγους του Δημοσθένη του ρήτορα, ωστόσο είναι αρκετά επίκαιρο. Η Αθήνα, δεν έφτιαξε μόνο τη Δημοκρατία, έφτιαξε και τη διαφθορά. Και τη δίδαξε. Κι εμείς επαξίως ανταγωνιζόμαστε στην παραγωγή τέτοιων επιτευγμάτων.

    Ιδού….

    Δημοσθένης προς Αθηναίους

    – Οι ελληνικές πόλεις νοσούν.

    – Οι πολιτευόμενοι και διαχειριστές των κοινών δωροδοκούνται και εξαγοράζονται.

    – Κι όσο για τη μεγάλη μάζα των πολιτών, είτε δεν αντιλαμβάνονται τα όσα διαπράττουν οι κυβερνώντες, είτε τα αντιλαμβάνονται αλλά δεν αντιδρούν, βυθισμένοι όπως είναι στη ραστώνη και την άνεση της καθημερινότητας.

    – Από τούτη την αρρώστια έχουν προσβληθεί παντού οι πάντες – απλώς, ο καθένας τρέφει την ψευδαίσθηση ότι η συμφορά δεν θα χτυπήσει τη δική του πόρτα, αλλά θα διασφαλίσει τα δικά του συμφέροντα εκμεταλλευόμενος τους κινδύνους των άλλων (…)

    – Κι ενώ κανονικά όλες οι συζητήσεις γίνονται πριν απ” τα όποια γεγονότα, εσείς διαβουλεύεστε πάντα κατόπιν εορτής (…)

    – Αφήσατε όλον αυτό τον καιρό να κυλήσει με συνεχείς αναβολές, μετάθεση των ελπίδων σας σε άλλους, αλληλοκατηγορίες και καταγγελίες. Αυτά συνεχίζετε να κάνετε και σήμερα (…)

    – Όλοι πρέπει να εξοργίζεστε εξίσου όταν βλέπετε ότι πολύ εύκολα κινδυνεύουν να κακοποιηθούν οι πιο φτωχοί και αδύναμοι πολίτες, ενώ οι βδελυροί και πλούσιοι μπορούν να αδικοπραγούν ατιμωρητί και να εξαγοράζουν πρόσωπα για να εκβιάζουν καταστάσεις (…)

    – Στρέψτε το βλέμμα προς τους σημερινούς πολιτικούς: άλλοι από φτωχοί έγιναν πάμπλουτοι, άλλοι από άσημοι χόρτασαν τιμές, ορισμένοι έφτιαξαν σπίτια δίπλα στα οποία τα δημόσια οικοδομήματα είναι πιο σεμνά, κι όσο ο πλούτος της πόλης ελαττωνόταν, τόσο ο δικός τους αύξανε(…)

    – Δεν είναι ασφαλώς ένα και δυο τα αίτια ένεκα των οποίων έφθασαν τα πράγματα εδώ. Αλλά την κύρια αιτία θα τη βρείτε στο πρόσωπο εκείνων που προτιμούν να σας είναι ευχάριστοι παρά να σας συμβουλεύουν ορθά. Απ” αυτούς, πολλοί προσπαθούν να συντηρούν τη σημερινή κατάσταση γιατί αντλούν από αυτή δημοτικότητα και εξουσία – κι έτσι ούτε οι ίδιοι προνοούν για το αύριο, ούτε νοιάζονται για το αν εσείς προνοείτε (…)

    – Βρίσκονται σε τέτοια εγκατάλειψη και σε τέτοια χάλια τα πράγματα, ώστε ακόμη όσοι μιλούν από τούτο το βήμα πρότειναν συνειδητά τα πιο βλαβερά μέτρα κι εσείς τα ψηφίζατε, πάλι δεν θα μπορούσαμε να βρεθούμε σε χειρότερη θέση (…)

    Τα προβλήματα είναι ίδια, μέχρι σήμερα. Θα είναι ίδιες και οι συνέπειες;

  • 60618573_socratesbankofgreece304

    BBC: Τι θα έκαναν οι Αρχαίοι Έλληνες για την κρίση

    Όχι μια, όχι δυο, αλλά δέκα συμβουλές παραθέτει το δημοσίευμα του BBC, το οποίο «βλέπει» την οικονομική κρίση μέσα από τη ματιά των Αρχαίων Ελλήνων.

    Το άρθρο υπογράφεται από τον λέκτορα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Armand D΄ Angour ο οποίος είναι και συγγραφέας του βιβλίου «Οι Έλληνες και το Νέο: η καινοτομία στην αρχαία ελληνική φαντασία και εμπειρία».

    Χρέος, διχασμός και εξέγερση. Αυτή ήταν η Αθήνα του 6ου αιώνα π.Χ.

    Αρχικά ο καθηγητής αναφέρεται στον 6ο αιώνα π.Χ. και τον Σόλωνα. «Στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. οι πολίτες της Αθήνας βαρύνονταν από χρέη, κοινωνικό διχασμό και ανισότητες, με τους φτωχούς αγρότες έτοιμους να πουληθούν ως σκλάβοι, απλώς και μόνο για να ζήσουν τις οικογένειές τους.

    Η εξέγερση ήταν επικείμενη, ωστόσο ο αριστοκρατικής καταγωγής Σόλων, αναδείχθηκε ως δίκαιος μεσολαβητής ανάμεσα στα συμφέροντα πλουσίων και φτωχών. Κατήργησε τα δεσμά του χρέους, περιόρισε την ιδιοκτησία γης, ενώ δημιούργησε τάξεις πολιτών με διαφορετικά επίπεδα πλούτου και συνεπώς αντίστοιχες οικονομικές υποχρεώσεις.

    Τα μέτρα του, παρότι δέχθηκαν επιθέσεις από όλες τις πλευρές, υιοθετήθηκαν και άνοιξαν τον δρόμο για την δημιουργία της δημοκρατίας», γράφει ο D΄ Angour. Συμπεραίνει μάλιστα, ότι η επιτυχία του Σόλωνα δείχνει ότι οι μεγάλοι ηγέτες πρέπει να έχουν το κουράγιο υλοποιήσουν μη δημοφιλή, συμβιβαστικά μέτρα, για το καλό της δικαιοσύνης και της σταθερότητας.

    Τι θα συμβεί μετά; Ο Δελφικός χρησμός

    Αναφερόμενος στους ακατάληπτους χρησμούς του μαντείου των Δελφών, ο καθηγητής εικάζει ότι στην ερώτηση: «Πρέπει η Ελλάδα να αφήσει το ευρώ;» η απάντηση πιθανώς να ήταν: «Η Ελλάδα θα πρέπει να εγκαταλείψει το ευρώ, αν το ευρώ έχει εγκαταλείψει την Ελλάδα» αφήνοντας όσους τάσσονται υπέρ και όσους τάσσονται κατά μιας εξόδου, να ερίζουν για το ποια ακριβώς είναι η σημασία του χρησμού.

    Σημειώνει ωστόσο, ότι η πιο σοφή συμβουλή είναι τα περίφημα Δελφικά παραγγέλματα: «Γνώθι σαυτόν» και «Μηδέν άγαν».

    Ο μύστης Πυθαγόρας

    Αν οι σύγχρονοι Έλληνες νιώθουν να λυγίζουν από την οικονομική κρίση, μπορεί να βρουν παρηγοριά λέει ο Armand D΄ Angour στην ρήση του προγόνου τους, Πυθαγόρα που υποστήριζε, ότι όλα επιστρέφουν, συνεπώς τίποτα δεν είναι τελείως καινούργιο.

    Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος, ήταν φιλόσοφος, μαθηματικός, ένας μύστης του 6ου αιώνα που πίστευε, ότι οι αριθμοί κρύβονται πίσω από καθετί στο σύμπαν και ότι τα κοσμικά γεγονότα επαναλαμβάνονται σε ένα κύκλο 10800 ετών.

    Πρόσεχε, υπάρχουν και χειρότερα…Ο Οδυσσέας και η αντοχή

    «Βάστα καρδιά, χειρότερα δεινά βαστούσες τότες που μού ΄τρωγε ο αδάμαστος ο Κύκλωπας γενναίους 20 συντρόφους» λέει ο Οδυσσέας κατά το ταξίδι της επιστροφής στην Ιθάκη, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του να μην λυγίσει λίγο πριν το τέλος, μετά από τόσες περιπέτειες.

    Το μήνυμα, όπως επισημαίνει ο καθηγητής είναι ότι στο παρελθόν μπορεί να υπήρξαν ακόμη πιο δύσκολες καταστάσεις που ξεπεράστηκαν ωστόσο με ευφυΐα και κουράγιο.

    Είσαι βέβαιος ότι είναι σωστό αυτό; Η ακούραστη αναζήτηση του Σωκράτη

    «Είναι πολύ μεγάλο αγαθό για τον άνθρωπο το μιλάει κάθε μέρα για την αρετή και για τα άλλα για τα οποία με ακούτε να συζητάω εξετάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους. Γιατί η ζωή, χωρίς να τα εξετάζει κανείς αυτά, είναι ζωή που δεν αξίζει να τη ζει ο άνθρωπος» έλεγε ο Σωκράτης, ο οποίος δεν σταμάτησε ποτέ να αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα όπως «Τι είναι δικαιοσύνη;» και «πως πρέπει να ζούμε;».

    Η κληρονομιά του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου, είναι το καθήκον να συνεχίζουμε την ακούραστη αναζήτηση ακόμη και όταν- ή μάλλον ειδικά όταν- δεν είναι πιθανό να βρούμε σαφείς, οριστικές απαντήσεις.

    Η πολιτική σάτιρα του Αριστοφάνη

    Η κωμωδία του Αριστοφάνη «Βάτραχοι» του 405 π.Χ. περιέχει ειλικρινείς και ξεκάθαρες συμβουλές για τους «πολιτικά ασταθείς» συμπατριώτες του: διαλέξτε καλούς ηγέτες, αλλιώς θα ξεμείνετε με τους κακούς.

    «Να κάνουμε ότι και την τελευταία φορά;» Ηράκλειτος ο στοχαστής

    «Δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι» έλεγε ο Ηράκλειτος, τον 5ο π.Χ. αιώνα. Ενώ η αλλαγή είναι συνεχής, διαφορετικά πράγματα αλλάζουν με διαφορετικούς ρυθμούς. Σε ένα περιβάλλον μόνιμης ροής, είναι σημαντικό να ορίσει κανείς κάποια σταθερά σημεία και να πιαστεί γερά από αυτά. Οι αγορές ομολόγων, το χρέος και τα πακέτα διάσωσης μπορεί να αποτελούν μια τέτοια πρόκληση.

    «Πες μου τα χειρότερα, γιατρέ». Ο Ιπποκράτης αντιμέτωπος με την πραγματικότητα

    Η δυτική ιατρική έχει τις ρίζες της στον Ιπποκράτη, στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα. Αυτό που είναι εξαιρετικό στην αρχαία σκέψη περί υγείας και ασθενειών, είναι η ξεκάθαρη παραδοχή ότι οι γιατροί πρέπει να παρατηρούν με ακρίβεια και να καταγράφουν με ειλικρίνεια, ακόμη και όταν οι ασθενείς φεύγουν από την ζωή. Η μαγεία ή τα ευχολόγια δεν μπορούν να θεραπεύσουν. Μόνο η τίμια, εξαντλητική, εμπειρική παρατήρηση μπορεί να αποκαλύψει τι αποδίδει και τι όχι.

    Αρπάζοντας την ευκαιρία: Ο Κλεισθένης και η δημοκρατία

    Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν πολύ καλά την δύναμη της ευκαιρίας. Το να εκμεταλλεύεται κανείς μια δεδομένη στιγμή, μια ευκαιρία- στην δημόσια αγόρευση, στον αθλητισμό, στην μάχη- ήταν αξιοθαύμαστο και θεωρούνταν ως ένδειξη ικανότητας.

    Μετά το τέλος της τυραννίας του Πεισίστρατου, ο Κλεισθένης έπρεπε να δημιουργήσει ένα σύνταγμα πιο δημοκρατικό. Επινόησε λοιπόν με θαυμαστή ταχύτητα, ένα σύστημα αιρετής κυβέρνησης στην οποία όλοι οι πολίτες είχαν μια ψήφο. Έτσι γεννήθηκε η πρώτη δημοκρατία στον κόσμο (δήμος=λαός εξηγεί ο καθηγητής).

    Αρχιμήδης, ο εφευρέτης

    Τέλος, ο Armand D΄ Angour αναφέρεται στον Αρχιμήδη και το περίφημο «Εύρηκα!» που αναφώνησε βγαίνοντας ενθουσιασμένος από το λουτρό, όπου ανακάλυψε το νόμο του ειδικού βάρους.

    Το να βρει κάποιος την λύση σε ένα ακανθώδες πρόβλημα απαιτεί μεγάλη νοητική προσπάθεια, αλλά η απάντηση έρχεται συχνά όταν ρίχνεις τους ρυθμούς, όταν κλείνεις τον διακόπτη και απολαμβάνεις…το μπάνιο σου, καταλήγει ο καθηγητής.

     

     

    Πηγή: news247.gr

  • ancient%20sport_0

    Αυτά έκαναν οι Έλληνες για τον κόσμο (εικόνες)

    Η κρίση μπορεί να έφερε τα πάνω-κάτω, όμως κανείς δεν πρέπει να ξεχνάει αυτά που η Ελλάδα έκανε για τον κόσμο ολόκληρο, προσφέροντας βασικά στοιχεία πολιτισμού και ανθρωπισμού.
    Κι αν το ερώτημα «Τι έκαναν οι Έλληνες για τον κόσμο» σας φαίνεται… ρητορικό, ας δούμε τα 10 σημαντικά πράγματα που… ταξίδεψαν από τη χώρα μας σε ολόκληρο τον πλανήτη, για να γίνει καλύτερος!

    1. Σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες

    Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες έγιναν το 1896 στην Αθήνα. Αν και το ελληνικό κράτος αντιμετώπιζε πολλά οικονομικά προβλήματα, οι Έλληνες κατάφεραν να οργανώσουν τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες με μεγάλη επιτυχία. Η μικρή τότε Ελλάδα έστειλε στον κόσμο ένα μήνυμα ειρήνης και φιλίας μεταξύ των λαών, ενώ αυτή η πρώτη διοργάνωση έβαλε τα θεμέλια για μια διεθνή αθλητική οργάνωση που έμελλε να γίνει η μεγαλύτερη αθλητική γιορτή του πλανήτη!

    2. Σύσταση Δικαστηρίων

    Η αρχική έννοια σύστασης δικαστηρίου για την απονομή δικαιοσύνης βρίσκεται στην ελληνική μυθολογία και μάλιστα γινόταν από τους ίδιους τους Ολύμπιους Θεούς, από τους οποίους προϊστορικά πέρασε στην Αρχαία Ελλάδα, αρχικά να απονέμεται από τους βασιλείς και αργότερα ανατέθηκε στα δικαστήρια. Στην αρχαία Αθήνα ονομαστά ποινικά δικαστήρια ήταν η Βουλή του Αρείου Πάγου, το Παλλάδιο, το Δελφίνιο και η Ηλιαία.

    3. Θέατρο

    Κάθε πόλη στην αρχαία Ελλάδα είχε τουλάχιστον ένα θέατρο. Οι πόλεις-κράτη είχαν μεγάλο ανταγωνισμό μεταξύ τους, παρουσιάζοντας πολλές παραστάσεις εν είδει διαγωνισμού, ενώ η σημασία του θεάτρου ήταν τόσο μεγάλη για τους αρχαίους, αφού άφηναν ακόμη και τους κρατούμενους των φυλακών να παρακολουθούν κάποια έργα. Χτισμένα πάνω σε λόφους, έτσι ώστε να μπορούν οι θεατές να βλέπουν με ευκολία τη σκηνή, το Αρχαίο Θέατρον άφησε το στίγμα του στον πολιτισμό ανά τους αιώνες.

    4. Δημοκρατία

    Η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν το πολιτικό σύστημα που αναπτύχθηκε στην αρχαία ελληνική πόλη-κράτος της Αθήνας και ήταν η πρώτη γνωστή δημοκρατία αλλά και η πιο σημαντική κατά την αρχαιότητα. Το δημοκρατικό πολίτευμα της κλασικής Αθήνας αποτελεί ένα ανεπανάληπτο πρότυπο συμμετοχής του λαού στα κοινά, ενώ η δημοκρατική διακυβέρνηση έφτασε σε βαθμό υποδειγματικού δημοκρατικού πολιτεύματος στα χρόνια του Περικλή, στο λεγόμενο «χρυσό αιώνα».

    5. Ντους

    Οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που είχαν αποχετευτικό σύστημα, ενώ διοχέτευαν τα νερά των υδραγωγείων σε ένα μεγάλο κοινόχρηστο ντους (που χρησιμοποιείτο από πλούσιους και φτωχούς). Οι ανακαλύψεις στην Πέργαμο αποδεικνύουν του λόγου το αληθές, ενώ οι Ρωμαίοι πήραν την ιδέα αυτή από τους Έλληνες και την εξέλιξαν.

    6. Ο αναλογικός υπολογιστής

    Πάνω από έναν αιώνα πριν ανακαλύφθηκε ένα “περίεργο” εργαλείο από δύτες στο βυθό της θάλασσας των Αντικυθήρων. Ήταν ένας αστρολάβος; Ήταν ένα αστρονομικό ρολόι; Ή κάτι άλλο; Για πολλά χρόνια, η συστηματική εξέταση του αντικειμένου απέτυχε να φωτίσει τη σκοπιμότητα του περίεργου αυτού μηχανήματος. Όμως, η έρευνα τα τελευταία πενήντα χρόνια έχει ρίξει λίγο φως. Ο περίφημος Μηχανισμός των Αντικυθήρων ασχολείτο με τα αστρονομικά φαινόμενα, λειτουργώντας ως ένας περίπλοκος μηχανικός «υπολογιστής» που παρακολουθούσε και κατέγραφε τους κύκλους του ηλιακού συστήματος.

    7. Πίτσα

    Οι πίτες με διάφορους γευστικούς συνδυασμούς (ελιές, τυρί και χόρτα) ήταν το αγαπημένο σνακ των αρχαίων, ενώ το πρώτο είδος πίτσας ήταν ο επονομαζόμενος «πλακούς», δηλαδή μία βάση από ψωμί πάνω στην οποία τοποθετούσαν διάφορα βότανα και στη συνέχεια την έψηναν σε καυτές πέτρες.

    8. Μαθηματικά

    Η Ευκλείδεια Γεωμετρία, το Πυθαγόρειο Θεώρημα και η Τριγωνομετρία είναι ελληνικά. Και μπορεί όλα αυτά να έχουν φέρει… ανείπωτη δυστυχία σε αμέτρητες γενιές μαθητών, χωρίς αυτές, όμως, τις ανακαλύψεις δεν θα είχαμε την αρχιτεκτονική, ούτε καν την πλοήγηση βρε αδερφέ(!)… και ούτω καθ’ εξής! Ο κατάλογος είναι σχεδόν ατελείωτος.

    9. Ο καταπέλτης


    Χάρη σε όλα αυτά τα μαθηματικά που αναφέραμε πιο πάνω, οι αρχαίοι Έλληνες δημιούργησαν έναν καταπέλτη που αύξησε το εύρος και τη δύναμη των πυρομαχικών τους. Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος καταπέλτης κατασκευάστηκε την εποχή των Καρχηδονίων το 399 π.Χ., ενώ το τόξο εμφανίστηκε ακόμη νωρίτερα, στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα.

    10. Η ατμομηχανή

    Η πρώτη ατμομηχανή κατασκευάστηκε από τον Ήρωνα, περίφημο Έλληνα μαθηματικό, φυσικό και μηχανικό της αρχαιότητας, που έζησε τον 1ο αι. π.Χ. (κατ’ άλλους τον 1ο αι. μ.Χ.) και καταγόταν από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η «αιολόσφαιρα» όπως ονομαζόταν ήταν μία συσκευή που κινούνταν με τη δύναμη του ατμού, ενώ υπήρξε ο πρόδρομος της εφεύρεσης της ατμομηχανής.

    Συμπέρασμα: Πολλά από τα πράγματα που οι «προηγμένοι» λαοί απολαμβάνουν σήμερα ως αναπόσπαστο κομμάτι της ελευθερίας τους ή του σύγχρονου τρόπου ζωής τους προέρχονται από την ανάπτυξη τους κατόπιν της υιοθέτησης προτύπων από τους Έλληνες του παρελθόντος.

     

     

    Πηγή: e-diseis.gr

  • ΕΛΛΑΔΑ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

    Και η Ελλάδα… έσωσε από χρεοκοπία τη Γερμανία

    Το «γερμανικό οικονομικό θαύμα» δεν θα ήταν εφικτό αν το 1953 οι δανειστές του Βερολίνου δεν ενέκριναν «κούρεμα» 50% στο χρέος.

    Η Γερμανία ήταν ουσιαστικά χρεοκοπημένη από το 1919 ως το 1953 εξαιτίας των δύο πολέμων που την κατέστρεψαν, όπως ακριβώς κατέστρεψαν και την υπόλοιπη Ευρώπη. Το γερμανικό μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα οφείλεται στο γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κάλεσαν τους δανειστές της Γερμανίας (μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα!) το 1953 στο Λονδίνο και ενορχήστρωσαν «κούρεμα» του γερμανικού χρέους κατά 50% και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του κατά 30 έτη. Μόνο ύστερα από αυτή την πρωτοβουλία η γερμανική οικονομία κατόρθωσε να αναπτυχθεί και μέσα στις επόμενες δεκαετίες να επιβληθεί στην Ευρώπη και να υποστηρίξει την επανένωση της χώρας.

    Τα παραπάνω υπενθύμισε ο γερμανός καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας της London School of Εconomics κ. Άλμπρεχτ Ριτσλ σε πρόσφατα άρθρα του στην εφημερίδα «Τhe Guardian» και στο περιοδικό «Der Spiegel».

     

     

    Πηγή: www.tovima.gr

  • ΔΡΑΧΜΗ

    Οι πέντε πτωχεύσεις της Ελλάδας

    Ούτε μία, ούτε δύο, αλλά πέντε φορές βάρεσε…κανόνι η Ελλάδα στη σύγχρονη ιστορία της, με το πρώτο “επεισόδιο” να καταγράφεται στις αρχές του πολέμου ανεξαρτησίας της χώρας και το τελευταίο κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης του ’30.

    Μάλιστα η συνδυασμένη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία η Ελλάδα ήταν χρεοκοπημένη στη σύγχρονη εποχή ανέρχεται σε ενενήντα χρόνια ή περίπου στο ήμισυ της συνολικής περιόδου κατά την οποία η χώρα είναι ανεξάρτητη!

    Πάντως, η πρώτη καταγεγραμμένη χρεοκοπία στην ελληνική ιστορία έγινε τον 4ο αιώνα προ Χριστού, όταν 13 πόλεις-κράτη της Ελλάδας δανείστηκαν κεφάλαια από τον Ναό της Δήλου. Τότε οι περισσότεροι από τους δανειστές δεν κατάφεραν ποτέ να αποπληρώσουν τα δάνεια και ο Ναός “έγραψε” απώλειες 80% επί του κεφαλαίου του…

    Σε παγκόσμιο επίπεδο, σύμφωνα με δημοσίευμα του αμερικανικού περιοδικού “Forbes”, “πρωταθλήτριες” στο… σπορ της χρεοκοπίας αναδεικνύονται η Βενεζουέλα και το Εκουαδόρ, με 10 “κανόνια” η κάθε χώρα.

    Η Ελλάδα κήρυξε πτώχευση πέντε φορές και συγκεκριμένα το 1827, το 1832, το 1843, το 1893 και το 1932, ενώ σε όλες ήταν εμφανής η εμπλοκή του διεθνούς παράγοντα στην εσωτερική ζωή της χώρας.

    Ο εξωτερικός δανεισμός με επαχθείς όρους συνοδεύει το ελληνικό κράτος από τα πρώτα του βήματα με την αναγνώριση της εθνικής υπόστασης μετά την Επανάσταση του 1821, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των δανείων σπαταλήθηκε όχι για τις ανάγκες του λαού, αλλά για την προπληρωμή τόκων και προμηθειών στα χρηματιστήρια της Ευρώπης.

    Η κύρια αιτία που η χώρα μας αδυνατεί να σηκώσει κεφάλι ήταν τότε, όπως άλλωστε και σήμερα, το υψηλό δημόσιο χρέος. Επίσης, ο ρόλος των ξένων δεν πρέπει να υπερεκτιμάται: έχουν συμφέροντα τα οποία φροντίζουν να εξυπηρετούν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, χωρίς αυτό να αποκλείει κερδοσκοπικές επιθέσεις από συγκεκριμένα κέντρα που άλλοτε κέρδιζαν μεγαλύτερα επιτόκια ή ελληνική γη με υποθήκη και σήμερα, με την παγκοσμιοποίηση των αγορών, υψηλότερα spreads και υπεραξίες από το σορτάρισμα σε μετοχές και ομόλογα.

     Τρικούπης
    “Δυστυχώς επτωχεύσαμεν”

    Η φράση “Δυστυχώς επτωχεύσαμεν” αποτελεί μια ιστορική αναφορά που πιστώνεται στον πρωθυπουργό της Ελλάδας Χαρίλαο Τρικούπη. Ο Τρικούπης λέγεται πως τη χρησιμοποίησε σε ομιλία του στη Βουλή στις 10 Δεκεμβρίου του 1893, αναφερόμενος στην οικονομική κατάσταση του κράτους και στην αδυναμία του να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος του.

    Η κυβέρνησή του κήρυξε πτώχευση, η οποία και επέφερε την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου σε βάρος της Ελλάδας. Αν και θεωρείται πως η φράση λέχθηκε από το βήμα της Βουλής, αμφισβητείται πως χρησιμοποιήθηκε από τον Τρικούπη στην ομιλία του, καθώς από τα πρακτικά της Βουλής δεν προκύπτει κάτι τέτοιο.

    Διάφορες άλλες μαρτυρίες αναφέρουν πως η φράση ελέχθη κανονικά από αυτόν, αλλά χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν ειπώθηκε στη Βουλή ή εκτός αυτής. Στην πραγματικότητα η φράση αυτή λέχθηκε από τον Χ. Τρικούπη την παραπάνω ημερομηνία από του βήματος της Βουλής όχι όμως απευθυνόμενος προς το Σώμα της Βουλής ως επίσημη διακήρυξη, αλλά “εν τη ρύμη του λόγου” του, αναφέροντας τις αναγκαίες προς τους δανειστές διαπραγματεύσεις, που πίεζαν απροκάλυπτα τον οικονομικό έλεγχο της Ελλάδας.

    Η πρώτη πτώχευση

    Ο πόλεμος για την ανεξαρτησία της Ελλάδας ξεκίνησε το 1821 και στόχο είχε τον τερματισμό της οθωμανικής κυριαρχίας. Το 1824 εξασφαλίστηκε από το Χρηματιστήριο του Λονδίνου δάνειο ύψους 472.000 στερλινών, προκειμένου να συνεχιστεί ο αγώνας. Η προσφορά υπερκαλύφθηκε και από τους αγοραστές απαιτήθηκε να καταβάλουν μόνο το 10% της τιμής αγοράς. Επιπλέον δάνειο ύψους 1,1 εκατ. στερλινών χορηγήθηκε το 1825. Οι κερδοσκόποι στο Λονδίνο “σούφρωσαν” το μεγαλύτερο μέρος των ποσών, προτού η Ελλάδα λάβει τα κεφάλαια. Το 1827 ο Ι. Καποδίστριας απευθύνει έκκληση στις μεγάλες δυνάμεις για νέο δάνειο χωρίς αυτές να ανταποκριθούν.

    Σπατάλη από Όθωνα

    Το 1832 χορηγήθηκε δάνειο ύψους 60 εκατ. δραχμών στην Ελλάδα, η οποία ήταν πλέον ανεξάρτητο κράτος. Το δάνειο κανονίστηκε από τις κυβερνήσεις Γαλλίας, Ρωσίας και Βρετανίας και υποτίθεται ότι χορηγήθηκε προκειμένου να βοηθήσει την Ελλάδα να “χτίσει” την οικονομία της. Τα κεφάλαια κατά το μεγαλύτερο μέρος τους κατασπαταλήθηκαν για τη διατήρηση του στρατού και του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνα, ο οποίος έγινε βασιλιάς της Ελλάδας από τους Άγγλους.

    Περικοπές μισθών

    Μέχρι το 1843 η οικονομική ανάκαμψη δεν φαινόταν πουθενά. Η χώρα αδυνατούσε να εκπληρώσει το δημόσιο χρέος της. Οι ξένες δυνάμεις αρνήθηκαν να καταβάλουν την τρίτη δόση του δανείου του 1832. Ο Όθωνας αναγκάστηκε να κηρύξει επίσημη πτώχευση εκλιπαρώντας για νέες πιστώσεις. Υπό τον φόβο της εισβολής των μεγάλων δυνάμεων και κάτω από την υπόδειξή τους προχωρεί στη μείωση των τακτικών δαπανών, που περιλαμβάνει και περικοπές μισθών. Η διάσκεψη που συνήλθε στο Λονδίνο έθεσε αυστηρούς όρους για την καταβολή των ελληνικών οφειλών.

    Στάση πληρωμών

    Αφού η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε διακανονισμό των χρεών της το 1878, οι παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου άνοιξαν και πάλι για την Ελλάδα και -όπως ήταν αναμενόμενο- οι δανειστές προθυμοποιήθηκαν αμέσως να χορηγήσουν στη χώρα κεφάλαια. Αυτός ο δανεισμός αυξήθηκε σε μη βιώσιμα επίπεδα και η κυβέρνηση Τρικούπη προχώρησε σε στάση πληρωμών το 1893. Το 1898 οι ξένες πιέσεις οδήγησαν την Ελλάδα να αποδεχτεί τη δημιουργία της Διεθνούς Επιτροπής για τη Διαχείριση του Ελληνικού Χρέους. Αυτή η Επιτροπή ήλεγχε την οικονομική πολιτική της χώρας, καθώς και την είσπραξη φόρων και τα συστήματα διαχείρισης της Ελλάδας.

    Διεθνές κραχ – Υποτίμηση δραχμής

    Το 1929 ξεσπάει η παγκόσμια οικονομική κρίση ύστερα από το κραχ του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Η κρίση είχε άμεσες συνέπειες στην οικονομία της Ελλάδας. Έναν χρόνο πριν η χώρα είχε επανέλθει στον “κανόνα χρυσού”, με σκοπό να προσελκύσει επενδύσεις ξένων κεφαλαίων. Η δραχμή για να παραμείνει στον “κανόνα χρυσού” συνδέεται με το δολάριο. Τον Σεπτέμβρη του 1931 προκαλείται πανικός, με “φυγάδευση” στο εξωτερικό 3,6 εκατ. δολαρίων από ιδιώτες και τράπεζες. Η κυβέρνηση αναζητεί εναγωνίως νέα δάνεια χωρίς επιτυχία. Την άνοιξη του 1932 ο Βενιζέλος αναγκάζεται να εγκαταλείψει καθυστερημένα τον ” χρυσό κανόνα” και να υποτιμήσει τη δραχμή. Την Πρωτομαγιά ανακοινώνει στη Βουλή την πτώχευση της Ελλάδας.

    Το 454 π.Χ

    Στη Δήλο η πρώτη χρεοκοπία στον κόσμο

    Η πρώτη πτώχευση στην παγκόσμια ιστορία σημειώθηκε το 454 προ Χριστού στον Ναό της Δήλου. Τον 4ο αιώνα π.Χ. στον Ναό του Απόλλωνα στη Δήλο βρίσκονταν οι θησαυροί της συνομοσπονδίας των ελληνικών πόλεων-κρατών κάτω από την ηγεσία της Αθήνας. Εκεί φυλασσόταν το τεράστιο ποσό των εισφορών των συμμάχων και εκεί γίνονταν οι συναντήσεις των αντιπροσώπων.

    Οι πόλεις-κράτη συνέβαλαν στο ταμείο με τη μορφή οικονομικών πόρων, στρατευμάτων και πλοίων, ενώ τα μέλη είχαν ισότιμη ψήφο στο συμβούλιο που είχε δημιουργηθεί.

    Το ποσό της οικονομικής συμβολής καθοριζόταν από την Αθήνα, η οποία κατάφερε κάποια στιγμή να μεταφερθεί το θησαυροφυλάκιο της Συμμαχίας από τη Δήλο στην Αθήνα, καθώς πολύ σύντομα η Δηλιακή Συμμαχία εξελίχθηκε σε Αθηναϊκή Ηγεμονία.

    Ο Αριστείδης καθόρισε πρώτος το ποσό της εισφοράς για κάθε πόλη με τόσο δίκαιο τρόπο που οι σύμμαχοι τον ονόμασαν “τον δικαιότερο από όλους τους ανθρώπους”.

    Το 454 π.Χ., λοιπόν, και ενώ η περίφημη αθηναϊκή συμμαχία έχει ανασυσταθεί, 13 πόλεις-κράτη προχώρησαν σε δανεισμό από τον Ναό της Δήλου. Οι δέκα πόλεις-κράτη, όμως, δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, προχωρώντας έτσι στην πρώτη… στάση πληρωμών της παγκόσμιας ιστορίας!

    Δύο από τις δέκα πόλεις-κράτη, μάλιστα, δεν μπόρεσαν τελικά να αποπληρώσουν τα χρέη τους, ενώ οι υπόλοιπες οκτώ ζήτησαν αυτό που αποκαλείται… επαναδιαπραγμάτευση χρέους.

    Η στάση πληρωμών στην Αρχαία Ελλάδα δεν ήταν, λοιπόν, άγνωστο φαινόμενο, διότι -όπως λέγεται- οι αρχαίοι Έλληνες ως έμποροι αναγνώριζαν αυτό που αποκαλείται σήμερα συνυπευθυνότητα χρέους – δηλαδή ότι ο δανειστής πρέπει να αναλαμβάνει μερίδιο του ρίσκου αν κάτι πάει στραβά.

    Το θέμα είναι, πάντως, ότι πολλά από τα δάνεια χορηγήθηκαν τότε με τη σίγουρη πρόβλεψη ότι ο οφειλέτης θα αποδειχτεί τελικά ανίκανος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.

    Μετά το “κανόνι” ο Περικλής μετέφερε το ταμείο της Συμμαχίας στην Ακρόπολη της Αθήνας. Έκτοτε οι αποφάσεις λαμβάνονταν μόνο από την Αθήνα και ο φόρος οριζόταν από την Εκκλησία του Δήμου.

     

     

     

    Πηγή: anoixti-matia.gr

  • γυναικες καλπη

    Οι Ελληνίδες γυναίκες πάνε στις κάλπες (1934)

    Χρειάστηκαν δεκαετίες έντονων γυναικείων αγώνων για να μπορέσουν οι Ελληνίδες να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου.

    Για πρώτη φορά ψήφισαν στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. Εκλογικό δικαίωμα δεν δόθηκε σε όλες, αλλά μόνο σε όσες είχαν κλείσει τα 30 χρόνια και διέθεταν τουλάχιστον απολυτήριο Δημοτικού. Στους εκλογικούς καταλόγους της Αθήνας γράφτηκαν μόλις 2.655 κυρίες, από τις οποίες ψήφισαν τελικά μόνο 439. Χαρακτηριστική για το κλίμα της εποχής ήταν η άρνηση της ηθοποιού Μαρίκας Κοτοπούλη να ψηφίσει, λέγοντας μάλιστα πως ψήφο θέλουν μόνο όσες είναι άσχημες και όσες αποφεύγουν να κάνουν παιδιά!

    Δήμαρχος Αθηναίων σε αυτές τις εκλογές αναδείχθηκε ο Κώστας Κοτζιάς, γιος του αθηναίου εμπόρου Γεώργιου Κοτζιά, ενός εκ των ιδρυτών του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών. Επί των ημερών του διαμορφώθηκε το Πεδίον του Άρεως.

    Σε βουλευτικές εκλογές, οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά στις 19 Φεβρουαρίου του 1956. Ήταν η απαρχή της εφαρμογής στην πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, που είχε κατοχυρωθεί ήδη στο Σύνταγμα του 1864, με την αναγνώριση της ιδιότητας του πολίτη στις γυναίκες.

    Πέρασε σχεδόν ένας αιώνας μέχρις ότου καταφέρουν οι Ελληνίδες να φτάσουν στην κάλπη, έχοντας κατακτήσει πλήρως το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις βουλευτικές εκλογές του 1956, με τη Λίνα Τσαλδάρη της ΕΡΕ και τη Βάσω Θανασέκου της «Δημοκρατικής Ένωσης» να εισέρχονται στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Η Λίνα Τσαλδάρη έγινε και η πρώτη γυναίκα – υπουργός, καθώς ανέλαβε το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση Καραμανλή. Την ίδια χρονιά εκλέχθηκε και η πρώτη γυναίκα Δήμαρχος, η Μαρία Δεσύλλα, στην Κέρκυρα.

    Πρωτεργάτης στον αγώνα για τη συμμετοχή των γυναικών στα πολιτικά πράγματα της χώρας στάθηκε το φεμινιστικό κίνημα. Η Καλλιρρόη Παρρέν, εκδότρια του περιοδικού «Εφημερίς των Κυριών», ήταν η πιο σημαντική φωνή έκφρασης αυτών των διεκδικήσεων. Η ισότητα των δυο φύλων και η απαίτηση για τη χορήγηση πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες, οδήγησε στη σύσταση πολλών γυναικείων οργανώσεων, με αποτέλεσμα κατόπιν πιέσεων τους να φτάσουμε στο προεδρικό διάταγμα της 5ης Φεβρουαρίου του 1930 που αναγνώριζε το δικαίωμα του εκλέγειν για τις Ελληνίδες, αλλά μόνο για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές και μόνο για τις εγγράμματες άνω των 30 ετών.

    Η πλήρης κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών ψηφίστηκε στις 28 Μαΐου του 1952, χωρίς όμως τελικά να συμμετάσχουν στις εκλογές του Νοεμβρίου, γιατί δεν είχαν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Το 1953, σε επαναληπτική εκλογή στη Θεσσαλονίκη, εξελέγη η πρώτη γυναίκα βουλευτής. Ήταν η Ελένη Σκούρα («Ελληνικός Συναγερμός»), που μαζί με τη Βιργινία Ζάννα («Κόμμα Φιλελευθέρων»), υπήρξαν οι δυο πρώτες γυναίκες υποψήφιες για το βουλευτικό αξίωμα.

    Το γυναικείο κίνημα πέτυχε τη μεγαλύτερη νίκη του, όταν στο Σύνταγμα του 1975 καθιερώθηκε η αρχή της ισότητας των δυο φύλων. Ο αριθμός των γυναικών βουλευτών αυξήθηκε σημαντικά με την πάροδο των χρόνων κι έτσι στη Βουλή του 2004 συμμετέχουν συνολικά 40 γυναίκες. Είναι ο μεγαλύτερος αριθμός μέχρι σήμερα, αλλά αντιστοιχεί μόλις στο 13% του συνόλου των μελών της Βουλής.

    Στην Κύπρο, οι γυναίκες ψήφισαν από τις πρώτες εκλογές στη Μεγαλόνησο το 1960. Πρώτη βουλευτής εξελέγη η τουρκοκύπρια Αϊλά Κιαζίμ, ενώ πρώτη Ελληνοκύπρια η Ρήνα Κατσελή, μέλος του «Δημοκρατικού Κόμματος», που εξελέγη το 1981. Η κυρία Κατσελή εμφανίστηκε στην πρώτη συνεδρίαση της Βουλής για να δώσει το νενομισμένο όρκο με τσεμπέρι και κυπριακή ενδυμασία. Σήμερα, στη Βουλή των Αντιπροσώπων υπάρχουν 8 γυναίκες σε σύνολο 56 ελληνοκυπρίων βουλευτών, ποσοστό 14,3%.

     

     

    Πηγή: ellinikoarxeio