• lian

    Ο σύγχρονος κόσμος πεθαίνει, από τον Δημήτρη Λιαντίνη

    Χάνεται ο σημερινός άνθρωπος.

    Ο κόσμος, η εποχή μας, ο πολιτισμός μας. Καταποντιζόμαστε όπως η αρχαία εκείνη Ατλαντίδα που γράφει στον Τίμαιο ο Πλάτων.

    Αυτά δε σας τα λέω εγώ. Αυτά τα είπανε και τα γράψανε όλοι οι επιφανείς αιματολόγοι του πνεύματος από τον περασμένο κιόλας αιώνα. Ο Φριδερίκος Νίτσε, ο Ντοστογιέβσκι, ο Σπέγγλερ, ο Έλιοτ, ο Κάφκα, ο Φρόυντ, ο Τζόυς, ο δικός μας Καβάφης.

    Σας κοιτώ και βλέπω να μην πιστεύετε αυτό που πιστεύουν. Ότι ήρθε η παρακμή και έρχεται και η πτώση του πολιτισμού μας. Σαν την παρακμή και την πτώση της Ρώμης που συμπαράσυρε μαζί της ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Αλλά το να μην πιστεύετε, αυτό ακριβώς είναι η απόδειξη ότι η γοερή αυτή πρόταση είναι αληθινή. Οι κακές προφητείες της Κασσάνδρας βγαίνουν αληθινές, γιατί κανείς δεν τις πίστευε.

    Η αιτία, που ο σύγχρονος κόσμος πεθαίνει είναι ότι έλειψε από τη ζωή μας η αίσθηση του τραγικού. Ξεχάσαμε τον ηρωικό μας αντίλογο με τις Ευμενίδες, που είπε ο Σεφέρης. Μας πήρε ο ύπνος, μας πήραν για πεθαμένους κι έφυγαν βρίζοντας τους θεούς που μας προστατεύουν.

    Τι σημαίνει τραγικό, τι σημαίνει αίσθηση του τραγικού;

    Την αλήθεια αυτή τη διατύπωσε μαθηματικά ο Δημόκριτος:

    “Φυσικώς και αδιδάκτως ο άνθρωπος φεύγει μεν την αλγηδόνα, διώκει δε την ηδονήν.”

    Και εδώ είναι το δύσκολο. Ο άνθρωπος, προπαντός σήμερα, με το ευδαιμονιστικό ιδεώδες που τον κατακλύζει ζητά μόνο τη χαρά και αποστρέφει το πρόσωπό του στη λύπη. Με άλλα λόγια έγινε μισός και μισερός. Έγινε μονοσήμαντος, ανισόποδος και ανισοσκελής και ανισόρροπος. Έγινε μ’ ένα λόγο αφύσικος.

    Μεταχειρίζεται μόνο το Είναι της φύσης και παροπλίζει το Μηδέν. Αποτέλεσμα ο πολιτισμός του, ο τρόπος της ζωής του δηλαδή, είναι της παρακμής και της αποσύνθεσης. Είναι η λευχαιμία του σύγχρονου πολιτισμού που επισήμαναν εκείνοι οι επιφανείς αιματολόγοι που ανέφερα στην αρχή.

    Η ευθύνη μας για τις μέλλουσες γενεές είναι ανυπολόγιστη. Γιατί με την παιδεία που δίνουμε στα παιδιά μας τους κρύβουμε συστηματικά την κακή όψη της φύσης και της ζωής. Το αίσθημα του τραγικού το κρύψαμε στη σπηλιά όπως φυλάκισε ο Σίσυφος το θάνατο.

    Και αλίμονο στο Σίσυφο, όταν ψηλά από τον Όλυμπο θα αντιληφθούν οι θεοί την πονηριά του.

     

    Απόσπασμα από τα ανέκδοτα έργα του Δημήτρη Λιαντίνη
    Πηγή: www.Liantinis.gr

  • ayta3

    Από την Πολιτεία του Πλάτωνα…στην Πολιτεία του Σήμερα!

    Διδάσκω Αρχαία Ελληνικά και Φιλοσοφία μεταξύ άλλων και αισθάνομαι απέραντα τυχερή διότι μαθαίνω κάθε μέρα! Προσπαθώ να δείξω στα παιδιά του λυκείου πόσο τυχερά είναι που διδάσκονται την φιλοσοφία του Σωκράτη και του Πλάτωνα στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών πάνω σε θέματα εξαιρετικά σημαντικά, όπως η αρετή, ή η ιδανική πολιτεία (πολίτευμα), έννοιες που ενώ μας δόθηκαν από το 400 π.χ., δεν χαρακτηρίζουν ακόμα την ιδιωτική και πολιτική συμπεριφορά μας…

    ”Η ιδανική Πολιτεία (δανείζομαι από το βιβλίο της Γ’ Λυκείου) είναι ένα μεγαλειώδες και πολυσύνθετο πνευματικό έργο, που εξετάζει τα θέματα της δικαιοσύνης, της ηθικής φιλοσοφίας, της αισθητικής, της παιδαγωγικής, της παθολογίας των πολιτειών, της ψυχολογίας του πλήθους, της μεταφυσικής”.

    Αφορά στην πολιτεία που διασφαλίζει στον πολίτη τον άριστο βίο, μιλάει για μια πόλη-κράτος που έχει φτάσει σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού και ευημερίας, όπου όλοι ζουν εν ευδαιμονία και αρμονία, και θεμέλιος λίθος για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η ορθή παιδεία των πολιτών.

    Η παιδεία έχει στόχο να καλλιεργήσει τις φύσεις και να τις καταστήσει ”βέλτιστες”, ώστε να οδηγήσει στην ηθική και πολιτική αναγέννηση του κοινωνικού συνόλου, δηλαδή στο να στραφούν οι ψυχές προς το φως και τον αληθινό προορισμό τους.

    Υπεύθυνοι για την παιδεία είναι οι φιλόσοφοι που, αφού με την γνώση, την καλλιέργεια των αρετών και την φιλοσοφία έχουν φτάσει στο Φως, στην Γνώση, στην Ελευθερία, στην θέαση του Αγαθού, είναι και οι μόνοι κατάλληλοι να εκπαιδεύσουν τους άλλους, αλλά και, το μέγα παράδοξο, να τους φροντίσουν και να τους κυβερνήσουν.

    Οι φύλακες-επίκουροι, μια από τις τρεις τάξεις της Πολιτείας, έχουν προσεκτικά εκπαιδευθεί επί μακρόν στον υγιεινό τρόπο ζωής και στις καλές τέχνες και επί δέκα χρόνια, από τα 20 ως τα 30, στις επιστήμες, μαθηματικά, αστρονομία, αρμονική και αργότερα, από τα 30 ως τα 35, στην φιλοσοφία που οδηγεί στην υψηλότερη μορφή γνώσης, στην αναζήτηση της ουσίας όλων των πραγμάτων. Οι φύλακες επιπλέον ζουν με λιτότητα, ενώ απαγορεύεται η πολυτέλεια, ο πλούτος και τα υπερβολικά πολλά αγαθά, διότι είναι γνωστά τα αποτελέσματα της τρυφηλότητας και του πλουτισμού…

    Αυτοί οι εκπαιδευμένοι, μετά τα 50 τους και εφόσον έχουν προχωρήσει στην πορεία αυτή της γνώσης, προάγονται σε φύλακες-άρχοντες, οι οποίοι θα κυβερνήσουν την Πολιτεία, αλλά και θα συνεχίζουν την ενασχόληση τους με την επιστήμη και την φιλοσοφία.

    Οι άρχοντες-φιλόσοφοι είναι ιδιαίτερες προσωπικότητες με πολλές αρετές, που διαθέτουν γνώσεις και συνθετική σκέψη, αλλά και πείρα ζωής, διοικητικές ικανότητες και αδαμάντινο χαρακτήρα, αναλαμβάνουν δε την εξουσία από αίσθηση καθήκοντος, ώστε να υπηρετήσουν την πολιτεία και μέσα από την νομοθεσία να διοχετεύσουν την σοφία τους και την ακεραιότητα τους. Δεν διαθέτουν περιουσία και οικογένεια, ώστε να είναι αδέκαστοι, ανεπηρέαστοι και ολόψυχα αφοσιωμένοι στο λειτούργημα τους, ζουν πειθαρχημένη και λιτή ζωή (πάλι από το βιβλίο της Γ’ Λυκείου). Οι αληθινοί ηγέτες κατά τον Πλάτωνα, δεν υπηρετούν το προσωπικό τους συμφέρον αλλά το συμφέρον των αρχομένων. Η πόλη ευημερεί και οι πολίτες της είναι ευδαίμονες όταν όλοι και όλα λειτουργούν ως σύνολο και ακμάζουν. Όχι αλλιώς…Οι τυχαίοι και αφιλοσόφητοι πολιτικοί δεν έχουν θέση εδώ…

    Η ιδεώδης πολιτεία λοιπόν ενσαρκώνει τέσσερις θεμελιώδεις αρετές: είναι σοφή, επειδή οι άρχοντες της είναι σοφοί και την καθοδηγούν προς το Αγαθό. Είναι ανδρεία, επειδή οι φύλακες είναι ανδρείοι και υπερασπίζονται και την ίδια αλλά και τις αξίες του εκπαιδευτικού της συστήματος. Είναι σώφρων (με αυτοκυριαρχία και νομιμοφροσύνη), αλλά και δίκαιη, επειδή σε αυτή την πολιτεία βασιλεύει η αρμονία και το κάθε άτομο πράττει το έργο που του έχει ανατεθεί κατά το μέγιστο των δυνατοτήτων του χωρίς να παρακωλύει την λειτουργία των άλλων.

    Σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη, πολιτική συνταιριασμένη με την φιλοσοφία….

    Σαφώς δεν υπάρχει καμία σχέση με την δική μας σημερινή πολιτεία…Όμως μας δόθηκαν οι λύσεις από τότε…Τι πολύτιμο θα ήταν αν αρχίζαμε να τις υλοποιούσαμε!

    Υ.Γ. Φυσικά οδηγήθηκα σε αυτές τις σκέψεις λόγω του όλου κλίματος και της έλλειψης αρετής και ηθικής των πολιτικών ανδρών της εποχής μας…

     

    της Στέλλας Δρακοπούλου

    Πηγή: enallaktikidrasi.com

  • είμαστε-αυτό-που-σκεφτόμαστε-52175753

    Είμαστε…ό,τι σκεφτόμαστε!

    Αγάπη, οργή, έρωτας, ζήλεια, φθόνος, μίσος, ηρεμία, απληστία, γκρίνια, νηφαλιότητα, φιλία, εμπειρίες, επιρροές, γνώση, μνήμες, και τόσα άλλα άϋλα συστατικά του εαυτού μας. Ο Πιραντέλλο έγραψε το 1916 το Così è (se vi pare) (Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε). Παραφράζοντάς τον: «Έτσι είστε, αν έτσι νομίζετε».

    Είμαστε όλα μας τα συναισθήματα, οι σκέψεις, και κυρίως οι μνήμες.

    Συχνά όμως η μνήμη κρατά μόνο τα καλά.

    Έτσι, σαν αυτοβελτίωση, γινόμαστε καλύτεροι μέσα από τη διαδικασία της λήθης.

    Η μνήμη ξεθωριάζει με τα χρόνια, κρατώντας κυρίως μυρωδιές, συναισθήματα και χρώματα.

    Η επιλεκτική λήθη είναι εξαιρετικά δύσκολη αν όχι ακατόρθωτη. Για κάποιους πάλι ίσως και όχι.

    Το χειρότερο όμως είναι όταν η μνήμη μας μάς απατά. Τότε γινόμαστε μυθικά όντα της φαντασίας μας, του ψέματος.

    Κάπου είχα διαβάσει πριν χρόνια πως ανακάλυψαν μια ουσία που σβήνει τελείως τις μνήμες από το μυαλό. Πρέπει να είναι εφιαλτικό να χάσεις τις μνήμες σου…

    Όλες αυτές οι σκέψεις οδηγούν σε κάτι που με απασχολεί πολύ τελευταία. Την σταθερότητα ή την μεταβλητότητα του χαρακτήρα μας.

    Τείνω προς την εκδοχή ότι μεταβαλλόμαστε/εξελισσόμαστε στον χρόνο, ανεπαίσθητα αλλά σταθερά, όμως αυτή η μεταβλητότητα πηγάζει εκ των έσω και δεν επιδέχεται παρέμβαση από άλλους. Ή όχι;

    Ο ρόλος της εμπειρίας και των μνημών που συλλέγουμε ζώντας είναι σημαντικότατος, υποθέτω, όχι όμως όσο ο ρόλος της λήθης. Θα επανέλθω αλλού για τη σημασία της λήθης, όχι μόνο ως σμίλη του χαρακτήρα μας, αλλά και ως θεραπεία επούλωσης των ψυχικών μας τραυμάτων.

    Από την άλλη, η γνώση και η παιδεία μεταβάλει τον Άνθρωπο. Αν δεν το έκανε, δεν θα υπήρχε λόγος ύπαρξής της.

    Η γνώση και η παιδεία όμως αφήνουν ελεύθερο το νου να επιλέξει πώς θα μεταβληθεί με βάση τα νέα άϋλα συστατικά που του προσθέτουν. Ή όχι;

    Σε τί διαφέρει η έξωθεν κατευθυνόμενη παιδεία και εκπαίδευση ενός παιδιού ή ενήλικα στον Δυτικό πολιτισμό για να γίνει μέλος της κοινωνίας με θετική συνεισφορά, από την πλύση εγκεφάλου ενός μικρού παιδιού που εκπαιδεύουν κάποιοι να αψηφά τον θάνατο, για να γίνει μαρτυρικός αυτόχειρας ανατινάζονται τον εαυτό του ανάμεσα στους εχθρούς;

    Αν ο Άνθρωπος δεν άλλαζε χαρακτήρα μετά τα 5 του χρόνια, ποιος ο λόγος ύπαρξης ενός Σωφρονιστικού Συστήματος;

    Όμως όντως αλλάζουμε δύσκολα, ή απλά έτσι θέλουμε να πιστεύουμε;

    Ίσως αυτό να οφείλεται στην προσπάθεια του Εγώ μας να παραμείνει αμετάβλητο, παραγνωρίζοντας ότι όλα αλλάζουν.

    Ίσως πάλι να είναι αυτή η ψευδαίσθηση που μας κρατά ζωντανούς, ότι δήθεν είμαστε ανά πάσα στιγμή η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας που θα μπορούσαμε να είμαστε. Όμως, είμαστε…

    Είμαστε το άθροισμα των σκέψεών μας και η ψυχολογία καθώς και ολόκληρη η ύπαρξή μας εξαρτώνται από αυτές. Δεν βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι, αλλά όπως μας κάνουν οι σκέψεις μας, που είναι επί το πλείστον αρνητικές, να τα βλέπουμε με αποτέλεσμα να χαλάμε την ψυχολογία μας και να αποσυντονιζόμαστε από οποιονδήποτε πραγματικό μας στόχο.

    Για χρόνια πιστεύαμε ότι τα γεγονότα, όχι οι σκέψεις, είναι ότι πιο ρεαλιστικό υπάρχει, αλλά τα πάντα ξεκινάνε πάντα με μια σκέψη που οδηγεί σε ένα συναίσθημα συνήθως αρνητικό και φυσικά καταλήγει σε μια ψυχολογία αρνητική.

    Η σκέψη είναι αυτή από όπου αρχίζουν τα πάντα. Κρίνουμε αναλύοντας το αποτέλεσμα των ενεργειών μας ή των ενεργειών των άλλων, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την προέλευση της σκέψης. Οι σκέψεις δημιουργούν την πραγματικότητα! Ως εκ τούτου, ό,τι σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε γίνεται ο τέλειος καθρέφτης αυτού που γινόμαστε τελικά, και φυσικά της εσωτερικής μας δυστυχίας. 

     

    Πηγή: sciencearchives.wordpress.com

  • ανθρωπινη αξιοπρεπεια

    Υπήρξαμε ποτέ ηθικοί;

    Αφήνοντας στην άκρη τη συζήτηση περί του τι είναι η ηθική και αν μπορεί να υπάρξει μία ηθική ή κάποια άλλη (το καλό όλων σε πρώτη μοίρα ή το ατομικό, είναι ένα πολυσυζητημένο θέμα στις διαλέξεις περί ηθικής), θα γίνει αναφορά σχετικά με το αν έχει υπάρξει κάποια περίοδος πραγματικής, υπαρκτής ηθικής.

    Αρχικά, αυτό που χρειάζεται να αναφερθεί είναι, ότι όσες θεωρίες ηθικής έχουν διατυπωθεί από θεωρητικούς, δεν είναι η περιγραφή της υπάρχουσας ηθικής της εποχής τους με την ακολουθία κάποιας θετικής κριτικής, αλλά, το «τι θα έπρεπε να γίνει».

    Αυτό και μόνο δείχνει την φανερή εναντίωση των θεωρητικών σχετικά με την ηθική της εποχής τους. Υπάρχουν πάρα πολλές θεωρίες ηθικής (με την έννοια της σωστής συμπεριφοράς) μία από τις πιο γνωστές είναι η θεωρία της κατηγορηματικής προσταγής του φιλόσοφου του 17ου αιώνα, Kant, στην οποία διατυπώνει το εξής: Υπάρχει ένας γενικός κανόνας στον οποίο υπακούει ο κάθε ένας και είναι ίδιος για όλους. Επίσης στο πλαίσιο της ηθικής του, υπάρχει το ερώτημα που θα έπρεπε να θέτει ο καθένας στον εαυτό του, «τι θα γινόταν αν αυτό που πράττω γινόταν καθολικός κανόνας και έπρεπε να το πράττουν όλοι ανεξαιρέτως;». Επιπλέον, προκειμένου να ξεφύγει κανείς από τις ηθικές θεωρίες των φιλοσόφων και να δώσει ένα πιο οικείο, στον μέσο αναγνώστη, παράδειγμα, αυτό είναι η ηθική που προβλέπει ο χριστιανισμός.

    Δεν θα γίνει αναφορά στην ηθική του μεσαίωνα και στους προηγούμενους από αυτόν αιώνες καθώς εκείνα τα «σκοτεινά» (όπως έχουν ονομαστεί) χρόνια, έκοβαν μέλη του σώματος για τιμωρία, έκαιγαν «μάγισσες», σκότωναν χωρίς έλεος και πολλά άλλα τα οποία δείχνουν μία μηδενική ηθική ή ηθική του δυνατότερου. Στους επόμενους αιώνες από τον 17ο αιώνα και έπειτα, από όταν άρχισαν να διατυπώνονται και οι περισσότερες ηθικές θεωρίες, είχε δημιουργηθεί μία διαφορετική ηθική. Για την καλύτερη περιγραφή της θα χρειαστεί να σημειωθεί ότι η ηθική κάθε φορά (περίοδο) είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κάποια άλλη έννοια η οποία θεωρείται πολύ σημαντική για την περίοδο.

    Τους αιώνες από τον 17ο και αργότερα πολύ σημαντική ήταν η έννοια της αξιοπρέπειας. Ειδικά στις γυναίκες η αξιοπρέπεια ήταν αυτό το χαρακτηριστικό το οποίο έπρεπε να προσέχουν περισσότερο. Η αξιοπρέπεια στους άντρες δημιούργησε έναν τύπο άντρα «σκληρό», ο οποίος δεν κλαίει, δεν νοιάζεται πολύ για κάποια πράγματα, δουλεύει συνεχώς, και τον ελεύθερο χρόνο του συναντά άλλους άντρες και συζητούν για θέματα όπως πολιτική και άλλα.

    Η αξιοπρέπεια στο άλλο φύλο δημιούργησε ένα σύνολο γυναικών οι οποίες έπρεπε να προσέχουν το κάθε τους βήμα, έπρεπε να προσέχουν τα παιδιά και να τα αναθρέψουν σωστά, έπρεπε να είναι λιγομίλητες και συνεχώς χαρούμενες, να φροντίζουν τους άντρες τους φέρνοντας ακόμη και τις παντόφλες του όταν αυτοί «δεν μπορούσαν», αλλά κυρίως, να προσέχουν τα σημεία του σώματός τους τα οποία μπορούσαν να διεγείρουν τους άντρες φορώντας ρούχα που έκρυβαν τα πάντα εκτός της κεφαλής.

    Η έννοια αυτή της αξιοπρέπειας δημιούργησε,  όπως ήταν λογικό, μία φαλλοκρατική κοινωνία και ηθική στην οποία ο άντρας έπραττε όπως ήθελε, μεταχειριζόταν τις γυναίκες και τα παιδιά με όποιο τρόπο επιθυμούσε και χαρακτηριζόταν ως «άντρας» και «σωστός». Μετά το κλείσιμο της πόρτας του σπιτιού τα γέλια της γυναίκας και των παιδιών σταματούσαν καθώς το κλείσιμό της σήμαινε την άνοδο προς την επιφάνεια της πραγματικής «ηθικής του άντρα» η οποία σήμαινε ξύλο, κλάμα, εντολές προς στρατιώτες και άλλα. Η ηθική εκείνης της περιόδου (αιώνες δηλαδή) ήταν μία φαινομενική ηθική η οποία έκρυβε τις πραγματικές επιθυμίες και πράξεις των ανθρώπων.

    Στη σύγχρονη εποχή, η έννοια που έχει συνδεθεί με την ηθική δεν είναι μόνο μία, αλλά, ως κυριότερη θα μπορούσε να αναφερθεί το χρήμα. Μετά την άνοδο του καπιταλισμού και του φιλελευθερισμού, το χειρότερο που μπορείς να κάνεις στον άλλο (που πολλές φορές ακούγεται και η φράση «καλύτερα να με σκότωνε») είναι να τον κλέψεις.

    Το χρήμα έχει εισέλθει τόσο πολύ στη ζωή των ανθρώπων πλέον όπου όλα γυρίζουν γύρω από αυτό. Δεν υπήρχε περίπτωση να εξαιρεθεί η ηθική από αυτό. Οι πλούσιοι μπορούν να κάνουν ό,τι επιθυμούν και αυτό γιατί κατέχουν πολλά χρήματα και δεν τους εναντιώνεται κανείς. Επίσης, κανείς δεν μπορεί να λογοδοτήσει με κάποιον ο οποίος «χτίζει» την καριέρα του και αποκτά χρήματα, παρόλο που μπορεί να χρησιμοποιεί «ανήθικα» μέσα για το σκοπό του. Η ηθική της εποχής αυτής είναι ατομική ηθική. «Ατομική», διότι τον κάθε έναν τον ενδιαφέρει μόνο ο εαυτός του και αν κάποιος συνάνθρωπός του (ο οποίος ονομάζεται «αντίπαλος» πλέον) πεινάει ή είναι άνεργος ή υποφέρει, «φταίει ο ίδιος».

    Η ηθική της κάθε περιόδου μπορεί να ονομάζεται κάπως, άλλοτε «ηθική του άντρα», άλλοτε «ηθική του χρήματος» ή «ατομική ηθική» αλλά είναι πράγματι ηθική; Αποτελεί τρόπο για να συμπεριφέρεται κανείς; Αν όχι, τότε, τι είναι ηθικό στην εποχή μας; Πότε και πώς θα μεταβληθεί αυτό που τώρα θεωρείται «ηθικό» σε κάτι πραγματικά ηθικό; Τελικά, η ανθρωπότητα, έχει υπάρξει ποτέ ηθική, ή ανέκαθεν ενδιαφερόταν να φαίνεται ηθική;

     

    του Ιωάννη Περπερίδη

    Πηγή: sciencearchives.wordpress.com

  • image001(4027)

    Πεθαίνει η φιλοσοφία;

    Το ερώτημα, “πεθαίνει ή όχι η φιλοσοφία;” προκύπτει απ’ τη λανθασμένη εντύπωση, διάχυτη στους κύκλους της σημερινής διανόησης, ότι οι θετικές επιστήμες κι η τεχνολογία διεκδικούν την κατοχή της γνώσης μ’ αποτέλεσμα η φιλοσοφία να έχει χάσει και να συνεχίζει να χάνει την πρωτοκαθεδρία ως δέσποινα όλων των επιστημών, όπως ήταν εξάλλου στην αρχαιότητα και στους μεσαιωνικούς χρόνους, είτε γιατί έχει γίνει ένα παράρτημα των διαφόρων επιστημών είτε γιατί δεν δύναται να πετύχει αυτό που απαιτεί η σημερινή ψηφιακή εποχή: την εμπειρική διερεύνηση της ζωής και την προσκόμιση απτών αποδείξεων που να υποχρεώνουν την κάθε συνείδηση.

    Το ερώτημα είναι ψευδεπίγραφο και παραπλανητικό, όμως, γιατί ούτε η φιλοσοφία πέθανε ποτέ ούτε πρόκειται να πεθάνει όσο θα υπάρχει ο άνθρωπος, όχι βέβαια γιατί συνεχίζουν να υπάρχουν φιλόσοφοι που να διατυπώνουν το δικό τους σύστημα και τη δική τους θεωρία και πολλοί επιστήμονες που δείχνουν ένα ενδιαφέρον γι’ αυτά ή επειδή υφίστανται ακόμα πανεπιστημιακά τμήματα φιλοσοφίας σ’ όλον τον κόσμο. Πρώτα και κύρια, η φιλοσοφία όπως την γνωρίσαμε μες απ’ τα αρχαία κείμενα συνεχίζει ν’ ασκείται ως τις μέρες μας αλλά με διαφορετική μορφή και παν’ απ’ όλα με διαφορετικό όνομα: Είναι η επιστήμη ή οι επιστήμες έτσι όπως θεμελιώθηκαν μες στην αναγέννηση και ανδρώθηκαν στις μέρες μας, οπότε και φτάνουν στο απόγειο τους.

    Αντίστροφα, η φιλοσοφία στην αρχαιότητα δεν ήταν τίποτα άλλο απ’ την επιστήμη των ημερών μας στην ολότητα της κι όχι κατακερματισμένη (ως αποτέλεσμα της πληθώρας των γνώσεων που επέβαλε αυτόν τον κατακερματισμό). Ο διαχωρισμός των δύο (επιστήμης και φιλοσοφίας) στη βάση των οργάνων μέτρησης και της τεχνολογίας, εν γένει, που χρησιμοποιείται σήμερα για την αναζήτηση της αλήθειας, είν’ ανόητος γιατί κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει ότι αν οι φυσικοί φιλόσοφοι της Ιωνίας είχαν αυτή την τεχνολογία, δεν θα ονομάζονταν ή δεν θα θεωρούνταν φιλόσοφοι. Εξάλλου είναι γνωστή και κοινή η άποψη, ότι οι αρχαίοι κι οι μεσαιωνικοί φιλόσοφοι ήταν πανεπιστήμονες (ακόμα κι εδώ βλέπουμε σαφή αναφορά στην λέξη επιστήμη).

     

    Έπειτα, η φιλοσοφία στο πρώτο της φανέρωμα ήταν ουσιαστικά μια εποπτική, ολική θεώρηση του υπό μελέτη γεγονότος, φαινομένου κ.λ.π. Κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ότι μια τέτοια θεώρηση δεν συνεχίζεται να γίνεται στις μέρες μας απ’ τις επιστήμες. Δύο προσπάθειες, που δεσπόζουν στην αναζήτηση και στην επιστημονική έρευνα, υποδηλώνουν πόσο φιλόσοφοι μπορεί νά ’ναι οι σημερινοί επιστήμονες και πόσο εντατικό να γίνεται το φιλοσοφείν στην περίπτωσή τους.

    Ως πρώτη προσπάθεια υπαινίσσομαι την ενοποίηση και τον σχετισμό όλων των θεωριών ενός επιστημονικού πεδίου στο πλαίσιο μίας καθολικής θεωρίας που συνήθως συμπληρώνει όλες τις επιμέρους θεωρίες χωρίς να επιδιώκει να τις αντικαταστήσει. Οι πρώτες προσπάθειες για τον σχηματισμό μίας ενωτικής θεωρίας έγιναν απ’ το James Maxwell (1831-1879) το 1864 ο οποίος επιχείρησε να ενοποίησει τις θεωρίες του μαγνητισμού και του ηλεκτρισμού για να δώσει την ενωτική θεωρία του ηλεκτρομαγνητισμού. Ακολούθησε ο Albert Einstein (1879-1955) που χρησιμοποίησε τη σταθερά της ταχύτητας του φωτός απ’ τη θεωρία του Maxwell για να ενοποίηση τις δύο αντιλήψεις που έχουμε για τον χρόνο και τον χώρο σ’ ένα θεωρητικό πλαίσιο, γνωστό ως χωροχρόνος.

    Αυτή την προσπάθεια διατύπωσης μίας ενωτικής θεωρίας την κατέβαλαν και άλλα επιστημονικά πεδία όπως η βιολογία (που χρησιμοποίησε ως βάση τη θεωρία της εξέλιξης για να ενωθεί με την επιστήμη της γενετικής), το πεδίο των μαθησιακών δυσκολιών, το πεδίο του προγραμματισμού στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, το πεδίο της γνώσης (π.χ. γνωστικό, σκέψη) και φυσικά η ψυχολογία κι η παιδαγωγική.

    Δεν βλέπω γιατί οι στρατιές των επιστημόνων, που μες από ένα πεδίο ενωτικό επιδιώκουν να προσεγγίσουν κάποιο φαινόμενο από πολλές διαφορετικές σκοπιές συντελώντας έτσι στην πλήρη κι ολιστική κατανόησή του, να μην θεωρούνται συνεχιστές της φιλοσοφίας έτσι όπως αυτή άνθισε για πρώτη φορά στα παράλια της Ιωνίας.

    Ως δεύτερη προσπάθεια υπαινίσσομαι τις εξαντλητικές ανασκοπήσεις κι αναλύσεις βιβλιογραφίας πάνω σε μια περιοχή του επιστητού καθώς επίσης και τις μετα-αναλύσεις. Μες απ’ αυτές πετυχαίνεται το «συμμάζεμα» και το «νοικοκύρεμα» της ως τώρα κατακτημένης γνώσης, δηλαδή αυτό που κατάφερναν μ’ άλλους τρόπους και με διαφορετική ματιά οι αρχαίοι φιλόσοφοι: η ολοκληρωτική σύνθεση του κόσμου κι η θέασή του από απόσταση αποκαλύπτουσα το «παν».
    Η φιλοσοφία δεν θ’ αντικατασταθεί απ’ την επιστήμη, ούτε θα συρρικνωθεί γιατί η φιλοσοφία  των ημερών μας είναι η επιστήμη κι οι επιστήμονες οι σύγχρονοι Ίωνες φιλόσοφοι.

     

    Πηγή: haniotika-nea.gr

  • Albert_Einstein-3

    Διαβάστε τα 15 καλύτερα αποφθέγματα του Albert Einstein!

    Διαβάστε 15 από τα πιο σπουδαία πράγματα που έχει πει ένα από τα μεγαλύτερα μυαλά του 20ου αιώνα!

    • Όποιος δεν έκανε ποτέ λάθος, δεν έχει δοκιμάσει ποτέ κάτι καινούργιο.

    • Οι ευφυείς άνθρωποι λύνουν τα προβλήματα. Οι μεγαλοφυείς τα προβλέπουν.

    • Όποιος είναι απρόσεκτος με την αλήθεια στα μικρά ζητήματα, δεν μπορεί να είναι αξιόπιστος στα μεγάλα ζητήματα.

    • Ένα σωστά προσδιορισμένο πρόβλημα έχει λυθεί κατά 50%.

    • Η δύναμη ελκύει πάντα ανθρώπους με χαμηλή ηθική.

    • Ο καθένας είναι μεγαλοφυΐα, αλλά αν κρίνεις ένα ψάρι από την ικανότητά του να σκαρφαλώσει σ’ ένα δέντρο, θα περάσει όλη του τη ζωή πιστεύοντας πως είναι ηλίθιο.

    • Η πραγματικότητα είναι απλά μια ψευδαίσθηση, αν και πολύ επίμονη.

    • Ποτέ δεν σκέφτομαι το μέλλον. Έρχεται αρκετά σύντομα.

    • Θέλω να ξέρω τις σκέψεις του Θεού. Τα υπόλοιπα είναι λεπτομέρειες.

    • Μόνο δύο πράγματα είναι άπειρα: το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία, αν και δεν είμαι σίγουρος σχετικά με το σύμπαν.

    • Ο χωρίς σκέψη σεβασμός προς την εξουσία είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της αλήθειας.

    • Μάθε από το παρελθόν, ζήσε το παρόν, έλπιζε για το μέλλον.

    • Η φαντασία είναι πιο σημαντική από τη γνώση.

    • Δεν ξέρω με τι όπλα θα γίνει ο 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά ο 4ος θα γίνει με πέτρες και ρόπαλα.

    • Ο κόσμος είναι επικίνδυνος, όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν το κακό, αλλά εξαιτίας αυτών που τους κοιτάζουν χωρίς να κάνουν τίποτα.

     

    Πηγή: pronews.gr

  • SONY DSC

    Πως ο δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου παραμένει, ακόμη και σήμερα, ο μεγάλος δάσκαλος της Ευρώπης!

    Το 1980 κυκλοφόρησε στην Ιταλία ένα μυθιστόρημα που θα γινόταν μέσα σε λίγα χρόνια μία από τις μεγαλύτερες εκδοτικές επιτυχίες. Μία τριετία αργότερα εκδόθηκε και στις ΗΠΑ, όπου επέτυχε το σχεδόν αδιανόητο για βιβλίο ξένου συγγραφέα: επί 150 και πλέον εβδομάδες παρέμεινε στον κατάλογο ευπώλητων των «New York Times». Τίτλος του, «Το όνομα του ρόδου» και συγγραφέας του ο Ουμπέρτο Έκο.

    Ήταν ένα μυθιστόρημα ασυνήθιστο και η επιτυχία του, λένε, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη σοφή αστυνομική πλοκή του, στο ότι οι χαρακτήρες του είναι τόσο φανταστικά όσο και πραγματικά πρόσωπα, δίνοντάς μας μια εντυπωσιακή εικόνα της μεσαιωνικής Ευρώπης μέσω της μυθοπλασίας.

    Πέραν όμως αυτών, με το βιβλίο του ο ευφυέστατος Ιταλός είχε την ευκαιρία, διεισδύοντας στη μεσαιωνική σκέψη, να μας παρουσιάσει τη μέθοδο των σχολαστικών: του Φραγκίσκου της Ασίζης, του Θωμά Ακινάτη και άλλων, δηλαδή εκείνων που μελέτησαν και ερμήνευσαν το έργο του Αριστοτέλη. Άλλωστε, η υπόθεση του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στις αρχές του 14ου αιώνα σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων, στο οποίο βρισκόταν το χαμένο χειρόγραφο του δεύτερου μέρους της «Ποιητικής» του Αριστοτέλη – ενώ το διασωζόμενο πρώτο αναφέρεται στην τραγωδία, το δεύτερο αφορά την κωμωδία.

    Το εύρημα του Έκο έχει λογική βάση. Στο διασωζόμενο χειρόγραφο περιέχεται η νύξη ότι υπάρχει και μια δεύτερη μελέτη, για την κωμωδία. Και αυτό είχε προκαλέσει πλήθος από εικασίες μέσα στους αιώνες.

    Πέρα από αυτά τα συναρπαστικά, προκύπτει και ένα άλλο συμπέρασμα: ότι η Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια του ύστερου Μεσαίωνα υπήρξε αριστοτελική. Αλλά σε μεγάλο βαθμό και αργότερα, ως τα τέλη του 16ου αιώνα, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο καθένας αν ανατρέξει στις σχετικές μελέτες.

    Ιησουίτες και Αριστοτέλης

    Ο Αριστοτέλης έγινε γνωστός στην Ευρώπη τον 12ο αιώνα από τον Αβερρόη (1126-1198), ο οποίος γεννήθηκε στην Κόρδοβα της Ανδαλουσίας και πέθανε στο Μαρακές. Υπήρξε ο πρώτος συστηματικός σχολιαστής του και πατέρας του σχολαστικισμού.

    Έκτοτε η σκέψη του μεγάλου Σταγειρίτη διαποτίζει είτε με θετικό είτε με αρνητικό τρόπο τις πολιτικοοικονομικές θεωρίες, την κοινωνιολογία, τη μεταφυσική, την αισθητική, την ηθική και κάθε τομέα του επιστητού, όπως αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν στη Δύση. Και επιπλέον, το εκπαιδευτικό σύστημα. Πολλά από τα σημαντικότερα πανεπιστήμια και κατ’ εξοχήν αυτά που φέρουν το όνομα του ιδρυτή του Τάγματος των Ιησουιτών Ιγνάτιου Λογιόλα, είναι αριστοτελικά. (Ένα είδος πανεπιστημίου, άλλωστε, ήταν και η Περιπατητική Σχολή του Αριστοτέλη, το Λύκειον, ένα από τα τρία αρχαιότερα γυμνάσια της πόλης, μαζί με αυτό της Ακαδημίας του Πλάτωνα και του Κυνοσάργους. Το Λύκειον βρισκόταν στην περιοχή μεταξύ του Σαρόγλειου Μεγάρου και του Ωδείου Αθηνών.

    Οι Ιησουίτες προχώρησαν ένα βήμα πιο μπροστά από τον Αβερρόη και προσπάθησαν να συνδυάσουν την αριστοτελική φιλοσοφία με το χριστιανικό δόγμα. Τα αποτελέσματα υπήρξαν εντυπωσιακά, επειδή οι Ιησουίτες δεν στόχευαν μόνο στο να εξηγήσουν τον Αριστοτέλη, αλλά και στο να ερμηνεύσουν μέσω του έργου του το χριστιανικό δόγμα με ορθολογικό τρόπο. Επόμενο ήταν να μην περιορίζονται σε όσα είπε πράγματι ο φιλόσοφος, αλλά και στο τι θα μπορούσε να είχε πει – και έτσι εξηγείται εν πολλοίς το ενδιαφέρον τέσσερις αιώνες αργότερα των στρουκτουραλιστών (που τόσο θόρυβο έκαναν στην εποχή τους) για την ιησουίτικη παράδοση. Πέραν όμως αυτού, οι αναφορές των Ιησουιτών βασίζονταν πάντοτε στην αριστοτελική μεθοδολογία. Τέτοιος υπήρξε λίγο-πολύ ο πυρήνας της διδασκαλίας τους, γι’ αυτό και το Ιησουίτικο Πανεπιστήμιο δεν ήταν παρά ένας συνδυασμός του καθολικού μοναστηριού και του Αριστοτελικού Λυκείου.

    Το σώμα, η ψυχή και ο νους

    Ο Αριστοτέλης ήταν ο ιδεώδης φιλόσοφος για τις θεολογικές μελέτες των Ιησουιτών, όπως και των Δομινικανών που προηγήθηκαν. Και η λέξη «θεολογία», άλλωστε, είναι αριστοτελική, όπως προκύπτει από το έργο του «Μετά τα φυσικά», όπου τη συναντούμε, και καθώς παρατηρεί ο Μπέρτραντ Ράσελ, «είναι ένα από τα ονόματα που χρησιμοποιεί για ό,τι εμείς ονομάζουμε μεταφυσική». Από τον Αριστοτέλη αντλούνται και τα επιχειρήματα ή αποδείξεις περί ύπαρξης του Θεού, τον οποίο θεωρεί ως βασική αρχή της ζωής, άποψη απολύτως συμβατή με το χριστιανικό δόγμα (υπό την προϋπόθεση, φυσικά, ότι ένας χριστιανός θεολόγος θα αλλάξει αυτό που πρέπει να αλλάξει).

    Η ενότητα ύλης και πνεύματος, σώματος και ψυχής, είναι αριστοτελική και δεν έχει αντικατασταθεί σήμερα με κάποια καλύτερη ή τουλάχιστον πειστικότερη. Απορρίπτοντας το δόγμα περί μετεμψύχωσης των Πυθαγορείων, ο Αριστοτέλης προχώρησε και σε μια άλλη σημαντική διάκριση: αυτήν ανάμεσα στον νου και την ψυχή. Και η πολύ κατοπινή μεταφορά (που βολεύει τους αγνωστικιστές) ότι το Σύμπαν είναι ένα είδος κοσμικού νου ενδεχομένως δεν θα είχε διατυπωθεί αν δεν είχε υπάρξει ο Αριστοτέλης.

    Κατά συνέπεια, δεν είναι συμπτωματικό που ιησουίτες ιεραπόστολοι επιχείρησαν να διαδώσουν τη διδασκαλία του Αριστοτέλη ακόμη και στη μακρινή Κίνα, όπου καθαυτό το έργο του Σταγειρίτη δεν προκάλεσε το ενδιαφέρον που περίμεναν όταν άρχισε να μεταφράζεται στα κινεζικά τον 17ο αιώνα. Δε συνέβη εν τούτοις το ίδιο με το έργο του Ευκλείδη, το οποίο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό.

    Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για τους λόγους που το αριστοτελικό έργο άφησε σχεδόν αδιάφορους τους Κινέζους. Ενδεχομένως επειδή διέθεταν τον δικό τους δάσκαλο της αρετής, τον Κομφούκιο. Όμως υπάρχει πιο αριστοτελικό έργο στα Μαθηματικά από την ευκλείδεια γεωμετρία; Και είναι τυχαίο που στα αγγλόφωνα λύκεια μέχρι πριν από τρεις δεκαετίες οι μαθητές αποκαλούσαν το μάθημα της Γεωμετρίας «Euclid»;

    Ερμήνευσε τα πάντα

    Αν ισχύει εκείνο που πίστευαν οι Αλεξανδρινοί, ότι ο Αριστοτέλης έγραψε περίπου 400 έργα, ο καθένας μπορεί να σκεφτεί το μέγεθος και το εύρος των ενδιαφερόντων του. Αλλά και τα 47 που διασώθηκαν είναι αρκετά προκειμένου να συμπεράνουμε πόσο ο Αριστοτέλης αναζήτησε και διατύπωσε απαντήσεις για τα πάντα. Όσο για το γεγονός ότι κάποια δεν είναι απολύτως γνήσια, ότι δηλαδή είτε τα έγραψαν εν μέρει μαθητές ή οπαδοί του είτε πρόσθεσαν παραγράφους, δεν αναιρεί την αξία τους, αρκεί μόνο να λάβουμε υπ’ όψιν ότι τα «Ανάλεκτα» του Κομφούκιου γράφτηκαν από μαθητές του. Και στις δύο περιπτώσεις, κυριαρχεί το πνεύμα του δασκάλου.

    Τα κείμενα του Αριστοτέλη συνοψίζουν το περιεχόμενο της διδασκαλίας του και μπορεί κάποιος να φανταστεί το επίπεδο αυτής της διδασκαλίας, όπου ένας και μόνον άνθρωπος είχε την ικανότητα να μιλήσει, να αναλύσει και να συστηματοποιήσει το νόημα και το περιεχόμενο του κόσμου τόσο στο σύνολό του όσο και στα επί μέρους.

    Το σημαντικότερο, ωστόσο, δεν είναι πόσες και ποιες από τις θεωρίες του επαληθεύτηκαν, όπως και η αξία του Νεύτωνα δεν μειώνεται επειδή η θεωρία του περί βαρύτητας αντικαταστάθηκε από τη Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν. Το σημαντικότερο είναι ότι σε αυτόν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό ο τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε, η διατύπωση της φύσης και του χαρακτήρα του συλλογισμού (όπως παρουσιάζεται στο επί αιώνες αναντικατάστατο έργο του για την τυπική λογική), η ανάπτυξη της σκέψης, η οποία μας καθιστά ικανούς να αποκτήσουμε ολοκληρωμένη εικόνα του κόσμου που μας περιβάλλει, του ποιοι είμαστε, τι μπορούμε να γίνουμε, τι να πετύχουμε και γιατί υπάρχουμε σε τούτο τον κόσμο. Και ακόμη, πώς συνδέεται το αισθητό με το υπεραισθητό, ποιες φυσικές δυνάμεις κινούν τα ακίνητα, τι υπάρχει πέρα από εμάς.

    Πρόδρομος της «θεωρίας»

    Κάποιοι έχουν υποστηρίξει πως ο Αριστοτέλης ήταν ο μεγαλύτερος ταξινόμος που εμφανίστηκε ποτέ και με αυτό εννοούν στην ουσία ότι δεν ήταν «πραγματικός» φιλόσοφος – σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, του οποίου υπήρξε μαθητής. Οι Δομινικανοί, όμως, που επεξεργάστηκαν τις θεωρίες των νεοπλατωνιστών και του ερμητισμού, επηρεάστηκαν στον ίδιο βαθμό και από το έργο του Αριστοτέλη.

    Το ότι ο Πλάτωνας υποκατέστησε τον Αριστοτέλη στην Αναγέννηση ισχύει μόνον εν μέρει. Και αν σήμερα κάποιοι νεότεροι σχετικιστές, αποδομιστές ή γενικώς μεταμοντέρνοι απορρίπτουν τον Αριστοτέλη, αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτε.

    Ο σχετικιστής δεν μπορεί να δεχθεί ότι υπήρξε άνθρωπος που κατάφερε να συσχετίσει τα πάντα, να δημιουργήσει ένα σύστημα ενότητας και να διατυπώσει την αρχή της μέσα σε μία παράγραφο, όπως είναι, αν τον μεταφέρει κανείς και σε άλλα πεδία, ο ορισμός του για την τραγωδία: «Εστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». (Σε ελεύθερη απόδοση: «Η τραγωδία είναι λοιπόν η μίμηση μιας πράξης σπουδαίας και ολοκληρωμένης – η οποία διαθέτει κάποια διάρκεια – με λόγο ποιητικό· τα μέρη της διαφέρουν στη φόρμα τους, αναπαριστάται και δεν απαγγέλλεται, ενώ, προκαλώντας τη συμπόνια και τον φόβο του θεατή, επιτυγχάνει τη λύτρωσή του από παρόμοια ψυχικά συναισθήματα».)

    Η αριστοτελική άποψη της ενότητας, καθώς προκύπτει από τον παραπάνω ανυπέρβλητο ορισμό, δεν έχει ξεπεραστεί. Δεν μπορεί να γραφτεί κείμενο που να στοχεύει στη διάρκεια χωρίς να ανταποκρίνεται στις τρεις προϋποθέσεις της ενότητας: ενότητα του μύθου (ή αλλιώς της υπόθεσης), ενότητα χώρου και ενότητα χρόνου. Και όλα τα κείμενα που γράφτηκαν στον 20ό αιώνα κατά παράβαση του παραπάνω ορισμού αυτού θα έμεναν σε πειραματικό επίπεδο και δεν θα άντεχαν στον χρόνο.

    Ο ορισμός, όπως και το σύνολο της «Ποιητικής», δεν αφορά μόνο την τραγωδία. Όπως είναι γενικά παραδεκτό, πρόκειται για το πρώτο κείμενο θεωρίας της λογοτεχνίας που μαζί με το μεταγενέστερο «Περί ύψους» του Λογγίνου συνιστούν τα θεμέλιά της.

    Το σημαντικότερο έργο του Έριχ Άουερμπαχ «Μίμησις» έχει τις ρίζες του στον Αριστοτέλη.

    Οι νεότεροι θεωρητικοί που χρησιμοποιούν κατά κόρον τον όρο «ποιητική» (λ.χ. ο Τοντορόφ έχει γράψει ολόκληρο βιβλίο με τίτλο «Η ποιητική της πρόζας») στον Αριστοτέλη παραπέμπουν, ακόμη και εκείνοι που τον απορρίπτουν. Και είναι εντυπωσιακό ότι ενώ οι τελευταίοι θεωρούν σημαντικότερο τον Πλάτωνα, χρησιμοποιούν αριστοτελικούς όρους.

    Αλλά το πού συγκλίνουν και πού αποκλίνουν οι θεωρίες των δύο μεγαλύτερων φιλοσόφων της αρχαιότητας είναι ένα τεράστιο ζήτημα. Ποιες, για παράδειγμα, είναι οι ομοιότητες και ποιες οι διαφορές ανάμεσα στις υποστασιοποιημένες «ιδέες» του Πλάτωνα και τις «μορφές» του Αριστοτέλη; Ας σημειώσουμε εδώ ότι ο μαθητής (ο Αριστοτέλης) ξεκινά από τον δάσκαλό του (τον Πλάτωνα) για να κινηθεί στο πεδίο που έχει ο ίδιος δημιουργήσει. Και τούτο, μολονότι αυτονόητο, έχει μεγαλύτερη σημασία από τη μια φορά κι έναν καιρό διάσημη θεωρία περί «δια-φωράς» του Ντεριντά.

    Η παραγωγική σκέψη

    Τα διασημότερα έργα του Αριστοτέλη, μαζί με την «Ποιητική», είναι τα «Πολιτικά», τα «Ηθικά Νικομάχεια», τα «Φυσικά» (μαζί με το «Περί ουρανού») και βεβαίως η «Λογική», βασικό μάθημα επί αιώνες στα λύκεια της Δύσης (και στη χώρα μας).

    Η επίδρασή του στον Καντ και στον Χέγκελ είναι εμφανέστατη. Δεδομένου ότι ο Μαρξ μετέφερε στο πεδίο του ιστορικού υλισμού τη χεγκελιανή διαλεκτική, θα λέγαμε ότι και ο ιδρυτής του διαλεκτικού υλισμού ήταν κατά μία έννοια αριστοτελικός, αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν την παρατήρηση του Μπέρτραντ Ράσελ ότι ο Μαρξ υπήρξε ο τελευταίος οικοδόμος ενός μεγάλου συστήματος στη φιλοσοφία.

    Ο Αριστοτέλης επιχείρησε το επίσης αδιανόητο για έναν φιλόσοφο: να συνδυάσει τη φιλοσοφία με την επιχειρηματολογία του κοινού νου – και αυτό αποτελεί γνώρισμα μόνο των μεγάλων δασκάλων. Η ουσία και το παράδειγμα της διδασκαλίας δεν διατυπώθηκαν από κανέναν άλλον ως σήμερα με την ελλειπτικότητα και την ακρίβεια που διακρίνουμε στο αριστοτελικό έργο.

    Η φιλοσοφία και η σκέψη του Αριστοτέλη είναι κατά κύριο λόγο παραγωγική (από το γενικό στο μερικό). Το αντίθετό της, η επαγωγική σκέψη, αναπτύχθηκε αργότερα στην Αλεξάνδρεια. Στις μέρες μας είναι και οι δύο απαραίτητες, ανάλογα με το αντικείμενο και τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσει ο καθένας τα επιχειρήματά του. Η διαφορά τού τότε με το τώρα είναι ωστόσο τεράστια. Η παιδεία για τον Αριστοτέλη ήταν μέσον ατομικής ολοκλήρωσης, σαν να λέμε αυτοσκοπός, και όχι μέσον επαγγελματικής ή κοινωνικής ανάδειξης όπως σήμερα.

    Αριστοτέλης και Μέγας Αλέξανδρος

    Στην «Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας» ο Μπέρτραντ Ράσελ θεωρεί «μηδαμινή» την επίδραση του Αριστοτέλη στον διασημότερο μαθητή του: τον Μ. Αλέξανδρο, για τον οποίο μάλιστα γράφει, παραθέτοντας τον Α. Γ. Μπεν, πως ήταν «υπερφίαλος, μέθυσος, σκληρός, εκδικητικός και άξεστα δεισιδαίμων» και πως συνδύαζε «τα ελαττώματα ενός ορεσίβιου σκωτσέζου οπλαρχηγού με την εξαλλοσύνη ενός ανατολίτη δεσπότη».

    Εντάξει, οι πρωθύστεροι ψόγοι δεν είναι κάτι σπάνιο στην παγκόσμια σκέψη, ιδίως αν πρόκειται για την περιοχή των ιδεών. Ο Χέγκελ, όμως, κρίνοντας από τη σταδιοδρομία του Αλεξάνδρου, αποφαίνεται πως αποδεικνύει την πρακτική χρησιμότητα της φιλοσοφίας, θυμίζοντας έτσι και το πρακτικό (διδακτικό) περιεχόμενό της που αποτελούσε ακράδαντη πεποίθηση του Αριστοτέλη.

    Πρωθύστερο είναι και το επιχείρημα ότι ενώ ο φιλόσοφος έλεγε πως ιδεώδης πολιτεία είναι εκείνη που δεν υπερβαίνει τους 100.000 κατοίκους, ο μαθητής του δημιούργησε την πρώτη τεράστια αυτοκρατορία στον κόσμο. Απόδειξη ότι πολλούς αιώνες αργότερα η ιδέα της πόλης-κράτους, έστω και υπό διαφορετικές συνθήκες, αποκτά νέα μορφή με τις πόλεις της ιταλικής Αναγέννησης. (Άλλωστε, αναγέννηση σημαίνει και αναγέννηση της ιδέας της πόλης.)

    Αλλά γιατί η ιδέα της ενότητας του κόσμου, έστω και μέσω των πολεμικών επιχειρήσεων, δεν είναι μεταφορικά, ας πούμε, της κοσμοαντίληψης ότι εφόσον υπάρχει ενότητα σε όλα τα αισθητά και τα υπεραισθητά (που προκύπτει ευθέως από την αριστοτελική διδασκαλία) να μη δημιουργηθεί και ένα ενιαίο πολυεθνικό κράτος; Αν δεν συνέβαινε αυτό, το πολιτιστικό έργο του Αλεξάνδρου δεν θα μπορούσε να αιτιολογηθεί. Γιατί η πράξη, όταν έχει τέτοιους στόχους, προκύπτει πάντοτε από τη διδασκαλία.

    Ολοκληρωμένη εκπαίδευση

    Οι μεταμοντερνιστές ή, τέλος πάντων, εκείνοι τους οποίους χαρακτηρίζουμε έτσι, δηλαδή μια γενιά σχετικιστών η οποία αναδύθηκε εξαιτίας της πνευματικής κόπωσης που χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό σήμερα την κουλτούρα και κατ’ εξοχήν την ακαδημαϊκή εκπαίδευση στη Δύση, απορρίπτουν τον Αριστοτέλη. Είναι λίγο-πολύ αναπόφευκτο ένας σχετικιστής να θεωρεί τον συστηματικό ως αντίπαλό του.

    Η εξειδίκευση σήμερα έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό που το αριστοτελικό παράδειγμα, αυτό της ολοκληρωμένης εκπαίδευσης, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Πριν από κάμποσα χρόνια ο Ρόμπερτ Γκρέιβς έγραφε πως «το να ξέρει κανείς μόνον ένα πράγμα σημαίνει πως διαθέτει το μυαλό ενός βαρβάρου». Θα μπορούσε να το έχει πει – άλλωστε το είπε με διαφορετικά λόγια εδώ κι εκεί – ο μεγάλος Σταγειρίτης.

    Η μόρφωση και η καλλιέργεια τον καιρό του Αριστοτέλη ήταν έννοιες ταυτόσημες – όχι πλέον σήμερα, και τούτο συνιστά ένα από τα σοβαρά προβλήματα του σύγχρονου κόσμου. Μπορεί κάποιος να γνωρίζει ένα γνωστικό αντικείμενο σε πλάτος και σε βάθος, αλλά να μην είναι μορφωμένος άνθρωπος, δηλαδή ολοκληρωμένη προσωπικότητα.

    Οι κοινωνίες των ημερών μας περισσότερο από το να παρέχουν τη γνώση ενδιαφέρονται να τη διαχειριστούν. Αυτό έχει τεράστιες συνέπειες στο πεδίο της εξουσίας, δηλαδή της πολιτικής όπου μοιάζει να έχει χαθεί η αριστοτελική αρχή της αρετής, με άλλα λόγια η σχέση της ηθικής με την πολιτική.

    Η ολοκληρωμένη εκπαίδευση είναι αίτημα που χρονολογείται ήδη από τη δεκαετία του 1950. Τη σημασία και την κρισιμότητά της τόνισε ο Αλντους Χάξλεϋ σε ένα από τα μαθήματά του με τίτλο «The Integrated Education» (Η ολοκληρωμένη εκπαίδευση) στο Πανεπιστήμιο της Σάντα Μπάρμπαρα στην Καλιφόρνια το 1959.

    Τα κείμενα αυτών των μαθημάτων συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο που εκδόθηκε με τίτλο «The Human Situation» (Η ανθρώπινη κατάσταση). Το βιβλίο δυστυχώς δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά. Τον πολυμαθή εκείνον συγγραφέα, ο οποίος στο μυθοπλαστικό και δοκιμιακό του έργο καλύπτει ένα τεράστιο πεδίο του επιστητού, γι’ αυτό και χαρακτηρίστηκε αναγεννησιακός, θα μπορούσαμε κατά τη γνώμη μου πολύ ευκολότερα να τον ονομάσουμε αριστοτελικό.

    Η Ευρώπη εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να είναι και σήμερα αριστοτελική. Η ιδέα περί «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», λ.χ., για όσους τουλάχιστον δεν περιορίζονται στο να την αντιμετωπίζουν ως απλή διαδικασία τεχνικής φύσεως, είναι στον πυρήνα της αριστοτελική. Και ας την απειλούν τα όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια.

    Δεν υπάρχει όραμα ενότητας που να μην προϋποθέτει τον Αριστοτέλη. Εκπαίδευση και αρετή – αυτό είναι το παράδειγμα του Σταγειρίτη, πέραν του φιλοσοφικού του έργου. Στην εκπαίδευση, άλλωστε, έλεγε πρόσφατα σχετικά ο πρώην πρόεδρος της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, άλαν Γκρίνσπαν, πρέπει να βασίσουν το μέλλον τους οι σημερινές κοινωνίες. Με μια διαφορά εν τούτοις. Ο Αριστοτέλης έβλεπε την εκπαίδευση απολύτως συνυφασμένη με την αρετή – και όχι με την κουλτούρα του χρήματος. Και η αρετή έχει δύο μορφές: είναι και πρακτική και θεωρητική. Μόνον η δεύτερη, όμως, οδηγεί στην ευδαιμονία.

     

     

    Πηγή: tovima.gr

  • easternphilosophy

    Όποιος προοδεύει δεν ρίχνει ευθύνες σε κανέναν…!

    Όποιος προοδεύει δεν ρίχνει ευθύνες σε κανέναν, δεν επαινεί κανέναν, δεν επικρίνει κανέναν. Δεν λέει τίποτα ούτε για τη σπουδαιότητα του, ούτε για τις γνώσεις του.

    Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι υποκειμενικοί με τον εαυτό τους και αντικειμενικοί με τους άλλους — τρομακτικά αντικειμενικοί μερικές φορές. Ο σκοπός όμως είναι να είμαστε αντικειμενικοί με τον εαυτό μας και υποκειμενικοί με τους άλλους.

    Λέει ο Κομφούκιος: «Ο ανώτερος άνθρωπος έχει απαιτήσεις από τον εαυτό του. Ο κατώτερος άνθρωπος έχει απαιτήσεις από τους άλλους».

     

     

    Max Exelman, 61 Μαθήματα καθημερινής σοφίας από τους στωικούς εκδ. Πατάκη

  • untitled

    Η αξία του μέτρου στη ζωή μας – Η αριστοτελική προσέγγιση

    Σύμφωνα με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο οι άνθρωποι όταν γεννιούνται δεν φέρουν κάποια ηθική ποιότητα βάση της οποίας να χαρακτηρίζονται ως καλοί ή κακοί. Διαθέτουν όμως άπειρες «δυνατότητες», η «ενεργοποίηση» των οποίων κατά ελεύθερη επιλογή να καθορίζει τελικά την ηθική τους συμπεριφορά και υπόσταση. Για παράδειγμα, όλοι οι άνθρωποι «έχουν τη δυνατότητα» να οργίζονται.

    Αν το υποκείμενο επιλέγει τελικά να αντιδρά με οργή  ή να μετριάζει την οργή του, όταν ένα ερέθισμα την «ενεργοποιεί», είναι κάτι που εξαρτάται από το ίδιο και από το ποια  «δυνατότητα» επιλέγει να «ενεργοποιήσει».

    Οι ηθικές αρετές πέραν του ότι μας αναβαθμίζουν ποιοτικά ως όντα,  διανοίγουν επιπλέον το δρόμο μας στη βίωση της ευτυχίας. Πιο αναλυτικά αρετές – κατά τον Αριστοτέλη – είναι η σωφροσύνη (= αυτοέλεγχος), η ελευθεριότητα (γενναιοδωρία), η δικαιοσύνη, η ανδρεία. Ο άνθρωπος δεν κατέχει κάποια από αυτές όταν γεννιέται. Η επαφή με τις παραπάνω αρετές συντελείται αποκλειστικά μέσω της έξις (= συνήθειας) σε αυτές. Συνεπώς, «είναι ανάγκη να έχει πάρει κανείς ήδη από μικρός εκείνη την αγωγή που θα τον κάνει να ευχαριστιέται και να δυσαρεστείται με αυτά που πρέπει. Αυτή είναι η σωστή παιδεία κατά τον Αριστοτέλη (Ηθικά Νικομάχεια 1104b13-15)».

    Ποιος όμως συμβάλλει στο να μπορεί ο άνθρωπος να διακρίνει το καλό από το κακό, ώστε να συνηθίζει τον εαυτό του στο καλό; Η απάντηση είναι ο ορθός λόγος, η λογική μας ικανότητα.

    Τι είναι λοιπόν η αρετή – κατά τον Αριστοτέλη και πως μπορούμε να την προσεγγίσουμε;

    «Η αρετή είναι μια έξη (= συνήθεια), που α) επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο, β) βρίσκεται στο μέσο, στο μέσο όμως το σε σχέση προς εμάς: διότι ο κάθε άνθρωπος ως μια ξεχωριστή οντότητα έχει το δικό του μέτρο. Σε γενικές όμως γραμμές όλοι οι άνθρωποι έχουμε μια κοινή ιδέα για το τι είναι καλό ώστε να το επιδιώκουμε και τι κακό ώστε να το αποφεύγουμε. Θεωρητικά πάντως το μέσο καθορίζεται από τη λογική και πιο συγκεκριμένα από τη λογική που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος (= εκείνος που έχει πρακτική σοφία) 1107a1-2». Και η μεσότητα έχει αξία μόνο όταν βρίσκεται σε ισχύ, μόνο δηλαδή όταν οι πράξεις μας συμβαδίζουν με αυτή.

    Η αρετή ή αλλιώς το καλό βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κακίες: ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Συνεπώς, η άσκηση μας στο μέσο, στο μέτρο διασφαλίζει την ορθή πράξη. Παρακάτω έχουν επιλεγεί από το έργο του Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, ορισμένα αντιπροσωπευτικά παραδείγματα όσον αφορά την υπερβολή, την έλλειψη και το μέσο αυτών των δυο άκρων, όπου κυμαίνεται η αρετή:

    • Το μέσο ανάμεσα στη θρασύτητα (= υπερβολή) και την δειλία (έλλειψη) είναι η ανδρεία
    • το μέσο ανάμεσα στην οργιλότητα (υπερβολή) και την αναλγησία (έλλειψη) είναι η πραότητα
    • το μέσο ανάμεσα στην ακολασία (υπερβολή) και την αναισθησία (έλλειψη) είναι η σωφροσύνη
    • το μέσο ανάμεσα στο κέρδος (υπερβολή) και τη ζημία (έλλειψη) είναι το δίκαιο
    • το μέσο ανάμεσα στην αλαζονεία (υπερβολή) και την ειρωνεία (έλλειψη) είναι η αλήθεια
    • το μέσο ανάμεσα στην κολακεία (υπερβολή) και την απέχθεια (έλλειψη) είναι η φιλία
    • το μέσο ανάμεσα στην πανουργία (υπερβολή) και την ευήθεια (έλλειψη) είναι η φρόνηση.

    Όπως προείπαμε κάθε άνθρωπος έχει το δικό του μέτρο απέναντι στα πράγματα. Αυτός δηλαδή που είναι θρασύς ενδέχεται να θεωρεί τον ανδρείο ως δειλό και ο δειλός πάλι ενδέχεται να θεωρεί τον ανδρείο ως θρασύ. Επίσης, κάθε άνθρωπος έχει την ιδιαίτερη ροπή του είτε προς την υπερβολή είτε προς την έλλειψη. Οπότε, στην περίπτωση αυτή προκειμένου να συναντήσουμε το μέσο θα «πρέπει να τραβούμε τον εαυτό μας προς την αντίθετη κατεύθυνση: όσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από το λάθος τόσο πιο εύκολα θα φτάσουμε στο μέσο1109b5-7».

    Επιπλέον, ο Αριστοτέλης συνδέει την άσκηση του εαυτού μας στη μεσότητα με τη βίωση της ευδαιμονίας. Πράγματι, πιστεύει ότι όταν ο άνθρωπος πράττει έμμετρα (με κριτήριο το μέτρο-μέσο) η ψυχή του ευφραίνεται, γεμίζει δηλαδή από ωραίες ποιότητες. Δεν απορρίπτει ωστόσο την υποστηρικτική και καθοριστική πολλές φορές ύπαρξη της ευνοϊκής τύχης ή του πλούτου ή της δόξας ή της ομορφιάς για τη βίωση της ευτυχίας. Δεν θεωρεί όμως τα τελευταία ως επαρκή μέσα από μόνα τους για την κατάκτηση της ευτυχίας.

    Συμπερασματικά, ο Σταγειρίτης θεωρεί ότι η ευδαιμονία, ως μια κατάσταση ψυχικής θέωσης του ανθρώπου, προϋποθέτει κάτι βαθύτερο: την κατανόηση και αποδοχή της αξίας της αρετής στη ζωή μας και τη διηνεκή άσκησή μας (= έξις) σε αυτή. Η αρετή εντοπίζεται στη μέση δυο κακών, της υπερβολής και της έλλειψης. Μιλώντας σε γενικό πλαίσιο – διότι στα ζητήματα αυτά συναντώνται και οι εξαιρέσεις των επιμέρους – η άσκηση στο μέτρο εξασφαλίζει το ποιοτικό γινόμενο της καλής πράξης μιας ευδαίμονος ψυχής, ενώ η απουσία του μέτρου ωθεί σε ατελείς ακρότητες.

     

     

    Σοφία Κακιά – Φιλόλογος

    Πηγή: e-psychology.gr

  • 1153

    Κάν΄το όπως ο φιλόσοφος! Γιατί τα φιλοσοφικά δοκίμια γίνονται ανάρπαστα στις μέρες μας!

    Ο Σωκράτης, αυτός ο αρχετυπικός φιλόσοφος της αρχαίας αγοράς, ο άνθρωπος που δεν έγραψε τίποτα και δεν εξέλαβε τίποτα ως δεδομένο, είναι αυτός που θα αναζητούσες σήμερα δίπλα σου σε κάθε σου πρόβλημα. Μαζί του θα έβαζες τα ερωτήματα για το τι συμβαίνει όταν είσαι πραγματικά ερωτευμένος (Συμπόσιο), όταν αναζητάς την ουσιαστική Ψυχή (Φαίδρος), όταν αναρωτιέσαι αν υπάρχει ιδανικό πολίτευμα (Πολιτεία).

    Κι αυτός, σαν καλός φίλος, θα πήγαινε μαζί σου μια βόλτα μέχρι τον Πειραιά (κατέβην χτες εις Πειραιάν) για να σου δείξει ότι ενδεχομένως αγαθοί άνθρωποι υπάρχουν και μπορούν να φτιάξουν, μέσα από τον διάλογο, τις ιδανικές πολιτείες. Αρκεί να μη σταματήσουν ποτέ να αναρωτιούνται, γιατί η ζωή που παραμένει ανεξέταστη είναι πραγματικά ανυπόφορη (βίος ανεξέταστος ου βιωτός ανθρώπω).

    Κάπως έτσι ο Σωκράτης θα αποδεικνυόταν αποτελεσματικότερος από τον καλύτερο φίλο, όπως αντίστοιχα κι ο Νίτσε ιδανικότερος από οποιονδήποτε ψυχοθεραπευτή. Σε στιγμές κρίσης ο φιλόσοφος άρχεται από μια εικόνα σαθρής κατάστασης ή απελπισίας για να προσφέρει τη δική του δυνατότητα αναζήτησης (ή επίλυσης). Κάτι που προφανώς εξηγεί τον βασικό λόγο που ο άνθρωπος δεν θα πάψει ποτέ να αναρωτιέται για το καλό και το κακό, την έννοια του εαυτού και του άλλου, την περίπτωση της αδυναμίας της βούλησης (η λεγόμενη «ακρασία») και τη δυνατότητα της ορθής επιλογής.

    Κι αν όλα αυτά φαίνονται περίτεχνα σε μια εποχή που η αμάλαγος πνευματικότητα έχει προ πολλού χαθεί, αρκεί η εικόνα ενός τρελαμένου ανθρώπου σε έναν παράλογο κόσμο για να καταλάβει κανείς γιατί απασχολεί τόσο σήμερα η φιλοσοφία.

    Τα φιλοσοφικά δοκίμια γίνονται ανάρπαστα, οι βασικοί κανόνες φιλοσοφίας έχουν υποκαταστήσει τα βιβλία αυτογνωσίας (self help books) και ο φιλόσοφος είναι ο νέος διαδικτυακός σταρ (βλέπε εικόνα της Σιμόν ντε Μποβουάρ ως το απόλυτο doodle της Google).

    Ειδικά στη χώρα μας, τα βιβλία αυτοβοήθειας μεταφράζονται αφειδώς και οι εκδοτικοί οίκοι που τόλμησαν να κυκλοφορήσουν σειρές εκλαϊκευτικής φιλοσοφίας κάνουν ήδη λόγο για ανέλπιστη επιτυχία.

    Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει τον κόσμο να προσφεύγει περισσότερο από ποτέ στα βιβλία εκλαϊκευτικής φιλοσοφίας; Επειδή οι συνθήκες των ανθρώπων άλλαξαν τα τελευταία χρόνια, είναι φυσικό να αυξάνεται η ανάγκη για την αναζήτηση της αυθεντίας που θα βοηθήσει ώστε να βρεθεί ο ορθός τρόπος σκέψης ή ζωής.

    Ο Αλέν ντε Μποτόν με το χαρακτηριστικό βιβλίο “Παρηγοριά της φιλοσοφίας” ήταν από τους πρώτους που καθιέρωσαν διεθνώς τη φιλοσοφία ως τέχνη μεταμόρφωσης του βίου, εκλαϊκεύοντάς την και συγκεντρώνοντας τους δικούς του θιασώτες σε συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο στο δεντροφυτεμένο υπέροχο Μπλούμσμπερι του Λονδίνου, το οποίο ονόμασε «Σχολείο της Ζωής».

    Όπως επισημαίνεται «Τα τελευταία χρόνια είναι σαν να ξαναγυρίζουμε στις πηγές, με βιβλία που αναδεικνύουν την ιαματική δύναμη του λόγου των μεγάλων φιλοσόφων, και όχι μόνο. Στα οποία το ζητούμενο είναι η εξοικείωση και το αίσθημα της επικοινωνίας με τις σκέψεις για τη ζωή και τα βασικά θέματά της, διαλεγμένες μέσα από το έργο μεγάλων συγγραφέων τόσο διαφορετικών όσο ο Ουάιλντ, ο Έσσε, ο Κάφκα ή ο Ρίλκε, δίπλα σε φιλοσόφους όπως ο Νίτσε, ο Σοπενχάουερ ή ο Κίρκεγκορ και ο Επίκουρος ή οι Στωικοί, που έχουν ένα κοινό, ότι αναγνωρίζονται και είναι σοφοί και ότι επιπλέον, διαβάζοντας όλοι εμείς τις σκέψεις τους, νιώθουμε πραγματικά να σταλάζει στην ψυχή μας η παρηγοριά της φιλοσοφίας».

    Δεν είναι, όμως, μόνο η παρηγορητική διάσταση της φιλοσοφίας που δικαιολογεί την επιτυχία που έχει σήμερα η φιλοσοφία αλλά και η ανταπόκρισή της σε θέματα πρακτικού βίου – όπως τα οικονομικά ζητήματα ή η πολιτική.

    Γιατί όμως να προσφεύγουμε αρχαιόθεν στους φιλοσόφους για να μας εξηγήσουν την πρακτική διάσταση του βίου και όχι στους οικονομολόγους ή τους κοινωνιολόγους; Όπως λέει ο καθηγητής της φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ Γ.Πολίτης «Οι κοινωνικές επιστήμες νομίζουν ότι κατανοούν ένα μέρος της πραγματικότητας και στη συνέχεια γενικεύουν την υποτιθέμενη γνώση τους για το σύνολο του κόσμου. Για τους οικονομολόγους, πάνω απ’ όλα, είναι η οικονομία. Πάρτε για παράδειγμα την ελληνική κρίση. Οι μαρξιστές λένε ότι για να σωθούμε πρέπει να στρέψουμε την οικονομία αριστερά, ενώ οι φιλελεύθεροι το αντίθετο. Κάνουν και οι δύο λάθος, γιατί το οικονομικό ναυάγιο δεν είναι αιτία του ελληνικού προβλήματος αλλά συνέπειά του. Αιτία είναι ότι η ελληνική κοινωνία έχει βουλιάξει στον παραλογισμό. Αν δεν ξεφύγει από αυτόν, όσο αριστερά και δεξιά και να πάει, τίποτα δεν τη σώζει. Αν όμως επανέλθει στη λογική, όλα θα είναι καλύτερα, ανεξάρτητα από το πόσο αριστερά ή δεξιά θα κινηθεί. Εδώ έρχεται η φιλοσοφία: κάνει τη διάγνωση, προτείνει και τη λύση.”

    Ανέκαθεν, άλλωστε, η φιλοσοφία υπήρξε μια ατελείωτη δεξαμενή πληροφοριών και αυτό δεν είναι καθόλου αρνητικό». Στη φιλοσοφία δείχνουν επομένως να καταφεύγουν σήμερα οι άνθρωποι – από τον πιο σπουδαγμένο μέχρι τον απλό εργάτη, όχι μόνο ως καταφύγιο ή ως τρόπο επίλυσης προβλημάτων αλλά ως πραγματική παρηγοριά.

    Είπαμε, ο Σωκράτης μπορεί να αποδειχθεί ο καλύτερος ψυχογιατρός αλλά και ο καλύτερος φίλος!

     

     

    της Τίνας Μανδηλαρά

    Πηγή: lifo.gr